Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Πρόσφυγες.


Άδειοι οι μαχαλάδες των Ρωμηών στην Αδριανούπολη.




Νέος προσφυγικός οικισμός κάπου στην Χαλκιδική.





Κτίσιμο σπιτιών στην Ορεστειάδα.






 ¨Αποψη της Ξάνθης με τους νέους προσφυγικούς συνοικισμούς στο βάθος (1932).


 
 Καβάλα 1930.






Κομοτηνή  1931.




Ο αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες Νάνσεν στην παραλία της Ραιδεστού
(Οκτώβριος 1922 ).






Οι πρόσφυγες του Ιερού Όρους συγκεντρωμένοι στην ακτή της Περίστασης
αναμένουν την άφιξη των πλοίων.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (18)


¨       Μαρτυρία Ἰωάννη Ντογραμματζῆ– Σκουλαριώτη, στό ἄρθρο του: "Ἡ Φυγή μας ἀπό τό Σιμιτλί", "Θρακική Ἠχώ", ἔκδοση Θρακικῆς Ἑστίας Θεσσαλονίκης γιά τά 70 χρόνια τοῦ Ξεριζωμοῦ ἀπό τίς Ἀλησμόνητες Πατρίδες 1922–1992, Θεσσαλονίκη 1992, Σελ. 72–74

Πέρασε τό καλοκαίρι τοῦ 1922 καί ἡ γεωργική συγκομιδή ἦταν πλούσια. Γεμίσανε τά ἀμπάρια ἀγαθά καί τό σπίτι ζυμαρικά, ρετσέλια, κρασιά, οὖζο, πετιμέζι, σταφίδες, μουσταλευριές.
Ἤμουν 10 χρονῶν παιδί, ὅμως πρόσεξα πώς τόν κόσμο τόν κατεῖχε ἀνησυχία καί κατήφεια, καί ἄκουγα νά λένε οἱ μεγάλοι: "Δέν πᾶμε καλά", καί ρώτησα: "γιατί ἅμνια λένε οἱ μπαρμπᾶδες στό τσαρσί ὅτι δέν πᾶμε καλά;" καί μοῦ τό ἐξήγησε.
"Ἀχ Γιάννη μ'τά πράγματα δέν πᾶνε καλά στόν πόλεμο θά μᾶς διώξουν, καί τοῦτο τό μερεκέτ πού θᾶν τ'ἀφήκουμ', καί πού θά πάμι πάλι;".
Πόσο δίκιο εἶχε, τό μπερεκέτ ἦταν πολύ, τά ἀμπάρια καί τέσσερα δωμάτια ἦταν γεμᾶτα, σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, σίκαλη καί βρώμη, ὅλα αὐτά μείναμε ἄθικτα τήν ἡμέρα τῆς φυγῆς.
Εἶχε σταματήσει ὁ χαιρετισμός τῆς καλημέρας καί ἐγένετο κλαυθμός στίς γειτονιές.
"Τί θ' ἀπογείνωμε μαρή, πού θᾶν τ' ἀφήκουμ' αὐτά καί πού θά μᾶς πᾶνε;"
Ἀπόγνωση καί κατήφεια, στούς ἄνδρες, σταματήσανε οἱ δουλειές καί ὅλοι συνωστίζονταν στά καφενεῖα γιά νά μάθουν νεώτερα.
Καί ἦρθε ὁ μοιραῖος Ὀκτώβριος, καί ἡ φοβερή διαταγή νά φύγουμε ἀπό τά σπίτια μας, ἀπό τόν τόπο μας, ἀπό τήν Πατρίδα μας, καί τό σήμερα ἦταν χειρότερο ἀπό τό χτές.
Θυμᾶμαι, ἦταν ἀπόγευμα ὅταν πήρανε τήν ὁριστική διαταγή τῆς φυγῆς˙ ἐμεῖς τά παιδιά παίζαμε καί οἱ γυναῖκες ἦταν συμμαζεμένες στήν αὐλή. Τήν στιγμή αὐτή φάνηκαν νά μᾶς πλησιάζουν οἱ ἄντρες τῆς γειτονιᾶς κατηφεῖς ἀκόμα καί δακρυσμένοι πού ἐρχόντουσαν ἀπό τήν Κοινότητα. Οἱ γυναῖκες τώρα μέ τή σειρά τους καί τρομαγμένες, ρωτοῦσαν τούς ἄνδρες τους, "μαρή τί γίνκι;", "μαρή τί κακό μᾶς πάντυχει, μαρή τί λόγο θ' ἀκούσουμ', καί ἄλλη μαρή μᾶς διώχνουν;...".
Καί ἦρθε ἡ φοβερή ἀπάντηση.
"Γίνκι διωγμός, θά φύβγουμε ταχιά", καί ἰδού ὁ μέγας κλαυθμός, οἱ ἄνθρωποι νέοι καί γέροι ἀγκαλιασμένοι κλαίγανε τή συμφορά τους.
Τόν κλαυθμό τόν σταμάτησε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας, πού χτυποῦσε ἐκείνη τή στιγμή καί καλοῦσε τούς ἄντρες στήν Κοινότητα˙ ναί, καλοῦσε τούς ἄντρες στήν κοινότητα ὄχι τούς Χριστιανούς στήν ἐκκλησία, ὅπως χαρμόσυνα σήμαινε Χριστούγεννα καί Πασχαλιές, καί τίς γιορτές τῆς Χριστιανοσύνης ἐπί 20 αἰῶνες. Τώρα ἡ καμπάνα χτυποῦσε γρήγορα καί ἄντρες καί γυναῖκες ξεκινήσανε γιά τό τσαρσί.
Τό ἴδιο βράδυ ἀκούσαμε πώς εἶχαν φύγει οἱ τζαντερμᾶδες καί τό αὐτό βράδυ θά ἔφευγε καί ὁ στρατός. Καί καλέσανε τούς ἄντρες καί κάμανε πολιτοφυλακή. Τό αὐτό βράδυ μαζέψανε τά ζῶα, καί τό πρωί ἔφυγε ἡ ἀγέλη διά ξηρᾶς γιά τήν Θεσσαλονίκη.
Θυμᾶμαι ἀκόμα ὅτι τό Σιμιτλί καί τό Σκουλάρι θά μπαρκάρουνε ἀπό τό Κούμπαο˙ τότε οἱ Σιμιτλιῶτες ἀνοίξανε τά ἀμπάρια καί μοιράζανε στούς φτωχούς ὅ,τι μποροῦσε νά φαγωθεῖ, κοτόπουλα, κρασιά, πετιμέζια, οὖζα, ριτσέλια, τυριά, στά ἀμπάρια μείνανε ἄθικτα ὅλα τά σιτάρια.
Τώρα ζῶα μεταφορᾶς δέν ὑπῆρχαν καί οἱ ἄνθρωποι κουβαλοῦσαν στό Κούμπαο τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ὅ,τι φαγώσιμο καί ρουχισμό μποροῦσαν στή ράχη.
Τό Σιμιτλί εἶχε ἀδειάσει, καί τήν τελευταία μέρα ὅσοι μείνανε στό χωριό, πρωί– πρωί πήραμε τό δρόμο τῆς συμφορᾶς, τό δρόμο χωρίς γυρισμό.
Τό πρῶτο μέλημα τῆς Πολιτοφυλακῆς ἦταν νά χτυπήσουν τήν καμπάνα, στήν ἀρχή γρήγορα καί κατόπιν πένθιμα ἕως τή στιγμή πού φύγαμε, ἦταν ἕνα προληπτικό μέτρο γιά τούς Τούρκους νά νομίζουνε ὅτι τό χωριό ἀκόμα κατοικεῖται.
Ἦταν ἡ τελευταία καμπάνα πού ἀκούστηκε ὁ πένθιμος ἦχος λές καί ἀποχαιρετοῦσε ἐμᾶς πού φεύγαμε.
Οἱ γείτονες πῆγαν καί ἀποχαιρετοῦσαν ἕνα ζευγάρι γερόντων πού δέν ἀκολουθήσαν τήν προσφυγιά.
Πῶς πάρθηκε μιά τέτοια φοβερή ἀπόφαση δέν εἶναι γνωστό καί εἶναι βέβαιον ὅτι δέν εἶχαν καλό τέλος. Καί ἄν δέν τούς σκοτώσανε οἱ Τοῦρκοι, τούς ξεγυμνώσανε καί τούς ἀφήσανε νά πεθάνουν ἀπό τή γύμνια καί τήν πείνα καί γίνανε βορά τῶν σκυλιῶν καί τῶν ὀρνέων.
Ἔξω ἀπό τό Σιμιτλί καί σέ ἀπόσταση χιλιομέτρου περίπου ὑπάρχει τό ἁγίασμα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, εἶναι στό δρόμο πού πηγαίναμε πρός τό Σκουλάρι καί ἔγινε τό πρῶτο δρᾶμα. Δίπλα μου πέφτει μιά γυναῖκα, καί στή στιγμή ἀκούγεται ἡ σπαρακτική φωνή τῆς κόρης της.
–       Ἄχ, μάνα, τί ἔπαθες; ἄχ μάνα, τί μᾶς ἔκαμες, ἄν νταμλαντίσκι ἡ μάναμ' καί ἐδῶ γιατροί δέ βρίσκονται καί ἅγιοι δέ βοηθᾶνε.
Πρός στιγμή σταματήσαμε˙ συμφορά στήν οἰκογένεια, ὁ σπαραγμός πολύς, ὅλοι κλαῖνε καί κανείς δέν μπορεῖ νά βοηθήσει, καί οἱ πολιτοφύλακες φωνάζανε: Ἄντε πουρπατᾶτε, πουρπατᾶτε καί ξεκινήσαμε.
Ἐμεῖς προχωρήσαμε, ὅμως πίσω μας ἀφήσαμε ἕνα φοβερό καί ἄλυτο πρόβλημα σέ κείνη τήν οἰκογένεια˙ νά πάρουν τήν ἄρρωστη δέν μποροῦσαν, νά τήν ἀφήσουμε, πῶς νά τήν ἀφήσουμε ζωντανή ἤ νεκρή, ὅμως εἶτε ἔτσι εἶτε ἀλλιῶς, τήν ἀφήσανε καί σκεφτεῖτε ὅτι οὔτε φτιάρι δέν ὑπῆρχε νά τή θάψουνε. Ὑστερότερα μάθαμε ὅτι τήν ἀφήσανε ζωντανή σέ κωματώδη κατάσταση, ἔγινε σκέψη νά τῆς δώσουν τήν ἀπολύτρωση, ὅμως κανείς δέν πῆρε τήν φοβερή εὐθύνη. Ἔτσι, ἔμεινε ἡ ἄρρωστη σέ κωματώδη κατάσταση στήν τραγική της τύχη καί ἔγινε βορά τῶν ἀγριμιῶν καί τῶν ὀρνέων, καί δέν ἦταν ἡ μόνη περίπτωση, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια.
Τώρα προχωροῦμε στό δρόμο τῆς συμφορᾶς καί φτάσαμε στό σημεῖο πού θά παίρναμε τήν κατηφοριά γιά τό κακόρεμα. Ἐκεῖ εἶχε πέσει ἕνας ἄντρας, καί τήν ἐρώτηση ἀπαντοῦσαν, "τόν βρῆκαν νταμλᾶς". Ναί πάντοτε ὁ νταμλᾶς καί ἡ οἰκογένειά του ζητοῦσαν λίγο νεράκι ἀπό τούς περαστικούς. Ἄν ζητοῦσαν χρυσό, ὑπῆρχε πολύ, νεράκι ὅμως,.... Ὁλονῶν τά χείλη τσάζανε γιά νερό, καί δροσιστήκαμε μόνο, ὅταν φτάσαμε στό κακόρεμα, πού ὑπῆρχε βρύση μέ ἄφθονο νερό.
Ξεκινῶντας γιά τό Σκουλάρι ἀνεβαίνοντας μιά ἀνηφοριά πλέον τοῦ χιλιομέτρου καί στό ὕψος πού φτάσαμε, βρίσκομε τό τρίτο δρᾶμα. Εἶχε πέσει γυναίκα ἀπό παράλυση καί εἶχε τίς αἰσθήσεις της καί ἐδῶ τό κλάμα πολύ˙ ὅμως εἶχε παρθεῖ ἡ ἀπόφαση, θά πηγαίναμε τή γυναίκα στό πρῶτο τοῦ Σκουλαριοῦ, στή συνέχεια θά πηγαίναμε τά μπαγάζια τους στό Κούμπαο, καί θά γυρίζανε νά πάρουν τήν ἄρρωστη. Ἦταν ὁ τρόπος τοῦ λέγειν, διότι ἐμεῖς εἴμαστε τό τελευταῖο καραβάνι καί οἱ Τοῦρκοι πού μᾶς παρακολουθούσανε ἀφανεῖς, θά γεμίζανε τό χωριό μας Τουρκιά γιά πλάτσικο τήν ἴδια μέρα.
Καί προχωρῶντας ἀπό τό Σκουλάρι φτάσαμε στό μῦλο, καί ἐκεῖ ἦταν ἀφημένος ἕνας ἄντρας πρησμένος μέ τά μπαγάζια τοῦ δίπλα του, ἴσως θά ἐρχόντουσαν οἱ δικοί του νά τόν πάρουν ἤ νά τόν θάψουνε.
Καί τό τελευταῖο δρᾶμα τό συναντήσαμε, ὅταν ἀφήσαμε τό δρόμο τοῦ Πάνιδου καί πᾶμε γιά τό Κούμπαο, ἐκεῖ τό δρᾶμα ἦταν στό τέλος του. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι σκεπάσανε ἕναν ἄντρα μέ χόρτα καί πέτρες. Καί φτάσαμε στό Κούμπαο.
Γιά μᾶς ἡ δραματική διαδρομή εἶχει τελειώσει, καί τά ἄτομα πού πέσανε στό δρόμο χωρίς γυρισμό˙ γιά τά τραγικά αὐτά ἄτομα ὁ δρόμος δέν πήγαινε οὔτε πίσω οὔτε μπρός. Μείνανε στόν τόπο πού πέσανε, τήν τελευταία ἐκείνη ἡμέρα, ἴσως νά ἦταν ἡ δραματικότερη μέρα διότι δέν μποροῦσε νά τά βοηθήσει κανείς ...".


Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (17)


¨       Μαρτυρία τῆς Ζαχαρένιας Μπάρμπα ἀπό τό ἄρθρο της: "Δύο φορές ξερριζωμένοι ἀπό τό Ἀγγελοχώρι Ἀνατολικῆς Θράκης", "Θρακική Ἠχώ" Θρακική Ἑστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1992

Στό Ἀξάρι μείναμε δύο χρόνια. Ὅταν εἰρήνεψε ἡ κατάσταση, γυρίσαμε στήν πατρίδα. Μέ τραῖνα φθάσαμε στόν Πάντερμο καί ὕστερα μέ πλοῖα στήν Καλλίπολη. Ἡ πόλη τώρα ἦταν καταστραμμένη. Ἐρείπια καί καμένα παντοῦ. Πολλοί γύρισαν στό χωριό μας, πού τό βρῆκαν κι αὐτό καταστραμμένο, ἀλλά ὄχι ἀπό τόν πόλεμο. Τό εἶχαν καταστρέψει οἱ Τοῦρκοι καί οἱ κλέφτες.
Στήν ἀρχή μᾶς ἔβαλαν σ' ἕνα μεγάλο χάνι μέ ἄλλες οἰκογένειες. Ὕστερα βρήκαμε σπίτι καί νοικιάσαμε. Ἔτσι δέν ξαναγυρίσαμε στό χωριό. Ὅταν τακτοποιηθήκαμε, ὁ μπαμπάς μου μέ τόν θεῖο μου Φώτη, τόν ἀδελφό του, πού ἦλθε ἀπό τήν Ἴμβρο, ὅπου εἶχε φύγει μέ τήν οἰκογένειά του ὡς φυγόστρατος, ἄνοιξαν κεραμιδαριό στό Κατίκιοϊ, κοντά στήν Περίσταση, τέσσερις – πέντες ὧρες μέ τά πόδια ἀπό τήν Καλλίπολη. Ἡ τέχνη τους αὐτή μᾶς ἔσωσε ἐκεῖνες τίς δύσκολες μέρες. Στό κεραμοποιεῖο δούλευαν ὀχτώ – δέκα ἐργάτες. Δουλειές πολλές μέ τήν ἀνοικοδόμηση. Μέ τά κάρα πηγαινοέρχονταν στήν Καλλίπολη καί στό Κατίκιοϊ ὄχι κάθε μέρα βέβαια. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἄνδρα μου γύρισε στό χωριό ἀπό τό Χαμουντιγιέ.
Στό μυαλό μου ἔχω δύο ἀντίθετες εἰκόνες ἀπό τήν Καλλίπολη. Τήν πρώτη φορά, πού ἦλθε ὁ Ἑλληνικός Στρατός, τά παλληκάρια μαζεύονταν μέ σημαῖες στά χέρια στήν Καλλίπολη ἀπό τά γύρω χωριά, γιά νά ἐπιστρατευθοῦν. Ἀλλά τή δεύτερη φορά οἱ παπάδες γύριζαν στίς γειτονιές καί μᾶς ἔλεγαν, ὅτι, ἄν ἀκούσουμε τίς καμπάνες, πρέπει νά μαζευτοῦμε στό Μανιάζ, ἕνα μέρος ἔξω ἀπό τήν Καλλίπολη, ὅπως καί ἔγινε. Μᾶς εἶπαν νά φορέσουμε ὅ,τι μπορούσαμε, γιατί ἡ κατάσταση δέν ἦταν καλή. Στό Μανιάζ ἦταν συγκεντρωμένοι καί στρατιῶτες σέ γραμμές, ἀλλά αὐτή τή φορά ἦταν σιωπηλοί καί κουρελιασμένοι. Αὐτά λίγο πρίν ἀπό τή φυγή. Ἀφοῦ ἀκούσαμε διάφορες ὁμιλίες, διαλυθήκαμε.
Θυμᾶμαι πῶς τά Τουρκάκια, πού παίζαμε μαζί, μᾶς ἔλεγαν ὅτι περίμεναν νά ἔλθει ὁ Κεμάλ νά μιλήσει στό καινούργιο τζαμί τους πού ἔκτισαν. Ἐπίσης θυμᾶμαι ἕναν Τοῦρκο, πολύ πλούσιο καί μορφωμένο, φίλο τοῦ μπαμπᾶ μου, πού μία μέρα τοῦ εἶπε: "τά χαρτιά μας, Νικόλα, γράφουν ὅτι αὐτόν τόν πόλεμο τόν κερδίσαμε ἐμεῖς, ἀλλά τόν ἄλλον θά τόν κερδίσετε ἐσεῖς". Ποιόν ἄλλο πόλεμο ἐννοοῦσε δέν ξέρω. Ἐμεῖς πάντως πιστεύουμε στό θρῦλο τοῦ μαρμαρωμένου βασιλιᾶ. Τόν Τοῦρκο αὐτόν τόν ἔλεγαν Χατζῆ. Μιλοῦσε ἑλληνικά σάν μορφωμένος, καλύτερα ἀπό μᾶς. Ἀγαποῦσε τούς Ἕλληνες καί τούς βοηθοῦσε. Μήπως μιλοῦσε τό αἷμα του; Δέν ξέρω. Ἦταν πολύ καλός ἄνθρωπος. Καλός οἰκογενειάρχης μέ σπουδασμένα παιδιά.
Ὁ καιρός τώρα περνοῦσε ὅλο μέ τό φόβο. Κάποτε ἔφθασε ἡ ὥρα πού φοβόμασταν. Μᾶς εἰδοποίησην μία μέρα ὅτι ἔπρεπε νά φύγουμε στήν Ἑλλάδα. Ἀκόμα δέν εἴχαμε προλάβει νά μαζέψουμε τά ἐρείπια ἀπό τόν πρῶτο ξερριζωμό. Καί τώρα ἔπρεπε πάλι νά τ' ἀφήσουμε ὅλα καί νά φύγουμε. Τό κεραμοποιεῖο μέ τούς σωρούς κεραμίδια καί τοῦβλα ἔμεινε πάλι ὅπως ἦταν. Ὁ κόσμος ἄρχισε νά μαζεύει πάλι τά πράγματά του, ὅσα μποροῦσε, καί νά συγκεντρώνεται στήν παραλία, ὅπου ὑπῆρχαν ἀραγμένα πολλά βαπόρια στά βαθιά, πού θά μᾶς ἔπαιρναν πάλι μακριά, αὐτή τή φορά γιά πάντα. Πολλοί εἶχαν πάρει καί τά ζῶα τους, πού φορτώθηκαν στά καράβια, κάτω στ' ἀμπάρια τους, ὅπου τ' ἀνέβαζαν μέ βίντσια, ὅπως καί καί τά ντέγκια καί τά βαριά πράγματά μας. Τούς χωριανούς μας ὅλους, ὅσο ξέρω, τούς ἔβαλαν σέ δύο μεγάλα βαπόρια. Ἐμεῖς ἀνεβήκαμε στό βαπόρι, πού λεγόνταν "Μαρία Μιχαλινοῦ", καί οἱ ἄλλοι μισοί χωριανοί μας ἀνέβηκαν στό βαπόρι πού λεγόταν "Θεμιστοκλῆς". Οἱ σκηνές, πού ἔβλεπε κανείς στήν παραλία, ἦταν ἀπερίγραπτες. Ἔτσι τό κάθε βαπόρι, πῆρε τό δρόμο του. Καί ἦταν πολλά αὐτά, πού κουβαλοῦσαν πικραμένους, κλαμένους, γεμάτους πόνο καί ἀγωνία.
Τό ἕνα πλοῖο, ὁ "Θεμιστοκλῆς" μέ τούς μισούς χωριανούς μας, ὅπως μάθαμε ἀργότερα, στήν ἀρχή τούς πῆγε στήν Παλιά Ἑλλάδα καί ὕστερα τούς ἔφερε στά φρούρια τοῦ Μεγάλου Καραμπουρνοῦ καί τούς ἔβαλαν σ' ἕνα μεγάλο κτίσμα τοῦ φρουρίου, πού χρησίμευε σάν ἀποθῆκες τοῦ ναυτικοῦ καί τό ἔλεγαν γιά τό σχῆμα του "στρογγυλό". Σιγά – σιγά τούς μοίρασαν οἰκόπεδα καί χωράφια, τούς ἔδωσαν δάνεια τοῦ ἐποικισμοῦ κι ἔτσι ἄρχισαν νά κόβουν πλίθια καί νά κτίζουν τό καινούργιο χωριό τους, πού τό ὀνόμασαν Ἀγγελοχώρι. Ἦταν καμιά 100–120 οἰκογένειες μόνο.
Ἐμᾶς τό "Μαρία Μιχαλινοῦ" μᾶς ἔφερε στή Θεσσαλονίκη. Ἄλλες οἰκογένειες τοῦ χωριοῦ μας σκόρπισαν σέ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδας: στή Σαμοθράκη, στήν Καβάλα, στήν Ἡμαθία, ὅπου ὑπάρχει ἐπίσης Ἀγγελοχώρι, στό Βόλο, ὅπου ἐγκαταστάθηκε καί ἡ οἰκογένεια τῆς μεγάλης τραγουδίστριας, χωριανῆς καί συμπεθέρας μας, τῆς Σοφίας Βέμπο, στήν Ἀθήνα, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ὁ κουμπάρος μας Γεώργιος Παπάζογλου, ὁ ἐξάδελφός μου Γεώργιος Κεραμιδᾶς, καί ἄλλοι στή Θεσσαλονίκη καί ἀλλοῦ. Μερικοί εἶχαν φύγει στήν Ἀμερική καί στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Τό βαπόρι μας ἄραξε στήν προκυμαία, ἀλλά δέν μᾶς ἄφησαν ἐπί ὀκτώ μέρες νά βγοῦμε ἔξω. Στό ταξίδι μέσα στό πλοῖο μερικοί πέθαναν. Ἀλλά ἔγιναν μέσα σ' αὐτό ταξιδεύοντας καί δύο γάμοι καί βαφτίσια. Οἱ παπάδες τοῦ χωριοῦ μας ἦταν μαζί τους. Πάνω ἀπό τό βαπόρι βλέπαμε τή Θεσσαλονίκη καμένη καί γκρεμισμένη. Θυμᾶμαι πού μᾶς πουλοῦσαν νερό ἀπό τήν προκυμαία. κατεβάζαμε τίς στάμνες καί μᾶς τίς γέμιζαν.
Τελικά μᾶς ἔβγαλαν ἀπό τό βαπόρι, μᾶς ἔφεραν στό σιδηροδρομικό σταθμό καί μᾶς ἔβαλαν στά τραῖνα. Μᾶς πῆγαν στό σιδηροδρομικό σταθμό τῆς Σκύδρας καί μᾶς κατέβασαν ἐκεῖ. Τότε δέν ὑπῆρχε ἡ πόλη Σκύδρα. Εἶχε μόνο ἕνα μαγαζάκι κοντά στό σταθμό. Σέ λίγο ἦλθαν μέ φορτηγό τραῖνο καί τά πράγματά μας. Πήραμε ὁ καθένας τά δικά του. Μέ τούρκικα κάρα ἐπιταγμένα μᾶς μετέφεραν στό χωριό Καληνίτσα, πέντε – ἕξι χλιόμετρα ἀπό τή Σκύδρα, καμιά διακοσαριά οἰκογένειες, καί λίγες ἄλλες σκορπίστηκαν στά γύρω χωριά. Μᾶς ἔβαλαν σέ τούρκικα σπίτια καί μέναμε γιά δύο χρόνια μαζί μέ τούς Τούρκους, ὥσπου ἔφυγαν καί αὐτοί στήν Τουρκία. Ἔτσι βρεθήκαμε στήν Καλή, ὅπως λέγεται τώρα τό χωριό. Πήραμε σπίτια ἤ κτίσαμε καινούργια καί χωράφια πού μᾶς μοίρασαν. Δυστυχῶς στό δεύτερο χρόνο πέθανε ὁ πατέρας μου. Δέν ἄντεξε. Ἄφησε τόν ἀδελφό μου κοιλάρφανο, πού πῆρε τό ὄνομά του.
Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἄνδρα μου Ἀχιλλέα, πού τόν παντρεύτηκα, ὀρφανή πιά ἀπό πατέρα, ἀργότερα στήν Καλή, πρῶτα πῆγε στήν Καβάλα. Ὕστερα σκόρπισε. Ἕνας ἀδελφός τοῦ ἄνδρα μου, ὁ μεγαλύτερος, ὁ Νικόλας, πῆγε στό Ἀγγελοχώρι, ὁ δεύτερος, ὁ Γιῶργος, στό Ν. Πλαγιάρι καί οἱ δύο μικρότεροι, τρίτος, Ἀλέξανδρος καί ὁ μικρότερος ἀπ' ὅλους, ὁ ἄνδρας μου, ὁ Ἀχιλλέας, (ὁ νουνός τους ἤθελε νά τούς δώσει δύο ἔνδοξα ὀνόματα), μέ τή μητέρα τους ἦλθαν στήν Καλή. Ἐκεῖ παντρεύτηκα. Ὁ καθένας δημιούργησε τήν οἰκογένειά του. Ἀλλά τό 1931 μέ τό πρῶτο μας παιδί τόν Γιάννη, ὁ ἄνδρας μου κι ἐγώ, πήραμε καί τήν πεθερά μου καί ἐγκατασταθήκαμε ὁριστικά πιά στό Ἀγγελοχώρι. Στήν Καλή ἔμεινε ἡ χήρα μητέρα μου μέ τόν ἀδελφό μου μετά τήν παντρειά τῆς ἀδελφῆς μου στόν Προφήτη Ἠλία καί τή δική μας ἀναχώρηση γιά τό Ἀγγελοχώρι. Ἐκεῖ πήραμε κλῆρο καί οἰκόπεδο καί κτίσαμε τό σπίτι μας. Ἐκεῖ γεννήθηκαν τά ἄλλα τέσσερα παιδιά μου, ὁ Νῖκος, ἡ Μαρίκα, ἡ Θεοδώρα καί ἡ Δήμητρα. Ὁ Θεός νά ἔχει γερά τά παιδιά μου καί τά εγγόνια μου, ὅλος τούς δικούς μας καί ὅλον τό κόσμο.
Τώρα, πού φέρνω στό νοῦ μου τά δικά μας βάσανα, εὔχομαι ὁ Μεγαλοδύναμος, νά χαρίζει εἰρήνη καί ἡσυχία σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους. Κανείς νά μή γνωρίσει ὅ,τι περάσαμε ἐμεῖς. Δέν ξέρω πῶς ἀντέξαμε, ὅσοι γλυτώσαμε. Ἡ πίστη στήν Πατρίδα καί στόν Θεό μᾶς κράτησε, νομίζω ζωντανούς. Ἡ δική μου ἱστορία εἶναι ἴδια μέ πολλῶν ἄλλων χιλιάδων ξερριζωμένεων. Ἄς τή μάθουν καί οἱ νεότεροι. Τώρα πιά ἀκούγεται σάν παραμύθι, πού εἶναι ὅμως ἀληθινό.

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (16)


¨        Μαρτυρία τοῦ Ἐμμανουήλ Παπαθεοδώρου, ἀπό τό βιβλίο του "Μέτρες, Σωζόπολη, Γέφυρα" Γέφυρα 1991

…«Μέ βουρκωμένα τά μάτια καί νά νιώθεις ἕνα μαχαίρι στήν καρδιά, ἀποχαιρετᾶς ὅ,τι πολύ ἀγάπησες κι ὅ,τι μ' ὄμορφα ὄνειρα γιά χρόνια μέ κόπους ἔφτιαξες, "παίρνεις τῶν ὀμματιῶν σου" καί πᾶς. Ἡ προσφυγιά εἶναι ἡ χειρότερη μορφή ἀνθρώπινης κατάντιας κι ἀπ' αὐτήν ἀκόμα τή στιγμή τοῦ θανάτου. Γιατί ὅταν πεθαίνεις τουλάχιστον ξέρεις πώς εἶν' οἱ δικοί σου κοντά σου. Δύο σταγόνες νερό θά στάξουν νά δροσίσουν τά χείλη σου. Ξέρεις πώς ὅ,τ' ἀφήνεις μένουν σ' ἀγαπημένα σου πρόσωπα. Θά σέ τιμήσουν ὅπως εἶν' πρεπούμενο. Δύο λουλούδια κάποιος θά βάλει πάνω σου. Δέν εἶν' ὅμως ἔτσι μέ τή προσφυγιά. Δέ φεύγεις, σέ διώχνουν. Κι ἔχεις γίνει κιόλας ὁλόκληρος ψυχικό κουρέλι. Φεύγεις ὡς ἀνεπιθύμητος δίχως καμιά κοινωνική πυξίδα μαζί σου. Καί ξεκινᾶς ἕνα δρόμο χωρίς τελειωμό. Τί κι ἄν πεινᾶς; Τί κι ἄν δέ μπορεῖς νά σύρεις τά πόδια σου. Τί κι ἄν τό κορμί σου μουλιάζει στόν ἱδρώτα. Τί κι ἄν ἡ γυναίκα σου εἶναι ἑτοιμόγεννη. Τί κι ἄν κουβαλᾶς μωρά παιδιά μαζί σου. Τί κι ἄν δέν μποροῦν νά περπατοῦν οἱ γέροντες γονεῖς σου. Τί κι ἄν σέ κτυπᾶ ὁ ἥλιος κατακούτελα ἤ νιώθεις τήν παγωνιά μέχρι τό κόκκαλο; Ἐσύ … βαδίζεις… πρέπει. Τετρακόσιες πάνω-κάτω ἦταν οἱ Μετρινές οἰκογένειες πού 'πιναν τό πικρό της προσφυγιᾶς ποτήρι. Τοῦ 1924 ἦταν ἡ χρονιά κι ὁ μήνας ἦταν Ἰούλης. Τά μαξούλια τους μείναν ἀθεριστα μές τά χωράφια τους γιά νά τά βροῦνε οἱ ἄλλοι ἕτοιμα. Ἀνέβηκαν στό τραῖνο καί τούς κατέβασε στήν Ἀλεξανδρούπολη. Δύο χιλιάδες ψυχές ὅλοι μαζί. Ἀπό κεῖ μπῆκαν σ' ἕνα καράβι πού 'χε προορισμό τή Θεσσαλονίκη. Δηλαδή ἄλλο ἕνα ταξίδι σάν αὐτά τ' ἀτέλειωτα, πού οἱ μέρες σοῦ φαίνονται μῆνες. Ταξίδι πού ἡ σκέψη δέν τελειώνει πουθενά. Τό καράβι σταμάτησε στά νερά τῆς Καλαμαριᾶς. Κατέβηκαν ὅλοι. Ὁ προσφυγικός καταυλισμός, τσαντήρια καί ξύλινες παράγκες διέθετε. Σέ συγκέντρωση πού 'γινε βγάλαν μία ἐπιτροπή πού νά γυρίσει καί νά ψάξει παντοῦ καί νά διαλέξει ἕνα κατάλληλο μέρος γιά μόνιμη πιά ἐγκατάσταση. Τρεῖς μῆνες κράτησε τοῦτο τό ψάξιμο πού, στό τέλος διάλεξαν τό Τοψίν. Τοψίν εἶναι λέξη Τούρκικη καί σημαίνει "κανονιοῦ τόπος". Ἦταν τόπος πού σ' αυτό γίνονταν ἐπί Τουρκοκρατίας ἐκπαιδευτικές, μέ κανόνια βολές, μέ πραγματικά πυρά» …


Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (15)


¨       Μαρτυρία τοῦ Ἀναστασίου Κ. Βαλιούλη, ἀπό τό βιβλίο του  "Ὁ διωγμός τῶν Σκοπιανῶν Ἀνατολικῆς Θράκης", Θεσσαλονίκη 1985

Δυστυχῶς ὅμως αἱ ἡμέραι τῆς χαρᾶς καί τῶν διασκεδάσεων παρῆλθον ὡς ὄνειρον καί μαῦρα σύννεφα ἤρχισαν καί πάλιν νά ἀναφαίνωνται εἰς τόν ὁρίζοντα τῆς μόλις ἀπελευθερωθείσης Θράκης μας. Αἱ φῆμαι, κατά τάς ὁποίας αἱ Εὐρωπαϊκαί Δυνάμεις δέν θά ἡμπόδιζον τήν Τουρκίαν νά ἀνακαταλάβῃ τήν Θράκην, μᾶς ἔκαμαν νά τρέμωμεν καί νά σκεπτώμεθα κατά ποῖον τρόπον θά ἠδυνάμεθα νά ἀποκρούσωμεν ἕνα τοιοῦτον κίνδυνον. Διά τόν λόγον αὐτόν, κατά τόν μῆνα Μάρτιο τοῦ 1922 συνεκροτήσαμεν καί ἐν Σκοπῷ συλλαλητήριον, εἰς τό ὁποῖον συμμετέσχον καί οἱ Τοῦρκοι τῶν χωρίων τοῦ Δήμου Σκοποῦ, καί κατά τό ὁποῖον διεμαρτυρήθημεν διά τήν μελετωμένην ὑπό τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀδικίαν, πρός τάς ὁποίας ἀπεστείλαμεν καί σχετικόν ψήφισμα.
Δυστυχῶς ὅμως, ὅπως εἶναι γνωστόν εἰς ὅλους μας, αἱ μέν Μεγάλαι Δυνάμεις ἔφραξαν τά ὧτα των καί ἐπερίμεναν μέ κρυφήν χαράν τήν καταστροφήν μας, οἱ δέ κυβερνῶντες τήν Ἑλλάδα δέν ἐννοοῦσαν νά ἀλλάξουν τήν στρεβλήν πολιτικήν των, καθ' ὅν χρόνον ἡ κεμαλική προπαγάνδα ἀνενοχλήτως ὡργίαζεν εἰς τήν Θράκην. Ἀνησυχία ἤρχισε νά καταλαμβάνῃ ὄχι μόνον ἡμᾶς τούς Σκοπιανούς, ἀλλά καί ὅλους τούς ἄλλους Θράκας, διά τήν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν χειροτέρευσιν τῆς ἐν Θράκῃ καταστάσεως. Καί οἱ φόβοι μας πολύ γρήγορα, δυστυχῶς ἐπαλήθευσαν. …
Κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, δέν ὑπῆρχε πλέον ἀμφιβολία, ὅτι θά ἐγκατελείπομεν καί μάλιστα πολύ γρήγορα τήν γῆν τῶν πατέρων μας, τήν Θράκην. Αἱ ὁλίγαι ἡμέραι τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου τοῦ ἀπαισίου 1922, μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀνακωχῆς Μουδανίων, περνοῦν πολύ βραδέως καί μελαγχολικαί. Ἦτο ἡ 30ή Σεπτεμβρίου 1922 καί ἐγώ κατέβαινα ἀπό τό σπίτι μου νά ὑπάγω εἰς τήν Δημαρχίαν, διά τήν μεταμεσημβρινήν ἐργασίαν. Καθ' ἥν δέ στιγμήν ἐπερνοῦσα ἀπό τήν Πλατείαν Ἐλευθερίας καί τό ὡρολόγιον τῆς πόλεως ἐσήμαινε τήν 13ην ὥραν, ἤκουσα ἕνα στρατιώτη ὑπηρετοῦντα εἰς τόν ὁπτικόν τηλέγραφον τοῦ Σκοποῦ, νά ἐρωτᾶ ἕτερον συνάδελφόν του, ἐάν θά ἤρχοντο μέχρι ἑσπέρας καί ἄλλα στρατιωτικά κάρα, διότι ἐβιάζετο νά φροντίσῃ διά τήν ἀποστολήν τῆς συσκευῆς τοῦ ὁπτικοῦ τηλεγράφου εἰς Σαράντα Ἐκκλησίας. Ὅταν ἐγώ παρετήρησα, ὅτι καθημερινῶς ὑπάρχει τακτική συγκοινωνία μέ τάς Σαράντα Ἐκκλησίας καί ὅτι δέν ἀποκλείεται νά ἔλθωσι μέχρι ἑσπέρας καί ἄλλα στρατιωτικά κάρα, ὁ στρατιώτης κινήσας περιλύπως τήν κεφαλήν του, μέ ἐψιθύρισε μυστικά, ὅτι "τά πάντα τελείωσαν, ὑπεγράφη ἡ ἀνακωχή καί φεύγομεν ἀπό τήν Θράκην". Πρίν δέ προφθάσω νά συνέλθω ἀπό τό ἀνέλπιστον αὐτό ἄγγελμα τῆς ἀνηκούστου καί νέας συμφορᾶς μας, τρία βήματα παρέκει καί ἐμπρός εἰς τήν Πύλην τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, εἶδα νά μέ προσκαλῇ ὁ γλυκύς καί εὐγενής στούς τρόπους τηλεγραφητής Ἀνδρέας Παπαθεοδώρου, ὁ ὁποῖος πρίν ἥ μοί ἐγχειρίση τό κάτωθι τηλεγράφημα μοί εἶπε: "Ἄιντε καϋμένε Ἀναστάσιε ἑτοίμασε τά μπαοῦλα σου νά φεύγῃς ἀπ' τήν Θράκην πάλιν" ἐνῶ ἀπό τά μάτια του ἔτρεχαν τά δάκρυα βροχηδόν. ….
Μετά τήν ἀνάγνωσιν τοῦ θλιβεροῦ τηλεγραφήματος μετέβην εἰς τήν Δημαρχίαν, ὅπου ἔγραψα μερικά ἀντίγραφα αὐτοῦ καί τά ἀπέστειλα πρός τοιχοκόλλησιν. Ἐκείνην τήν ἡμέραν ὁ δήμαρχος εἶχε μεταβῆ εἰς Σαράντα Ἐκκλησίας, ὅπως πληροφορηθῇ νεώτερόν τι περί τῆς καταστάσεως. Ἀλλά τά νεώτερα, δυστυχῶς, τά εἴχομεν μάθει ἡμεῖς. Μετά τινά λεπτά τῆς ὥρας, ἀπό τῆς τοιχοκολλήσεως τοῦ τηλεγραφήματος, ἤρχισε τό πλῆθος νά συρρέῃ εἰς τήν Δημαρχίαν καί νά ζητῇ περισσοτέρας πληροφορίας.
Ἀστυνομικοί, στρατιωτικοί, ἰατροί, ἱερεῖς, διδάσκαλοι καί ὅλοι ἐν γένει οἱ Σκοπιανοί ἔτρεχον εἰς τήν Δημαρχίαν, νομίζοντες, ὅτι ἐγώ ἤμην εἰς θέσιν νά τούς διαφωτίσω καλλίτερον διά τήν καταστασίν μας. Ἀλλά τί ἠδυνάμην νά εἴπω; Τό μόνον πού τούς ἔλεγα ἦτο: ὅτι θά φύγωμεν ἀπό τήν Θράκην ὅτι αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότης καί ἡ μόνη ἀλήθεια.
Καί τό πλῆθος, ἐκεῖνο, τό ὁποῖον εἶδε καί ὑπέφερε τετραετή ἀμείλικτον διωγμόν, τόν ὁποῖον ἐδεκατίσθη, ἐσφάγη, ἠτιμάσθη, ἐπείνασε, ἐλαχτάρησε καί ἐμαρτύρησε καί τό ὁποῖον δέν ἐπρόφθασε νά αἰσθανθῇ καί νά χαρῇ τήν ἐλευθερίαν του, συντετριμμένο καί βωβό, ἤκουσε τώρα, χωρίς νά δακρύσῃ τήν νέαν του καταδίκην, εἰς τήν ὁποίαν τό κατεδίκασαν οἱ σκληροί κριταί τῆς Εὐρώπης!
Μετά τέσσαρας δέ ὥρας ἐλάμβανον τό ὑπ' ἀριθμ. 5150/330 τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου Σαράντα Ἑκκλησιῶν, ἔχον οὕτω:
"Δήμαρχον Σκοποῦ,
Παρακαλοῦμεν καταβληθῆ πάσα ὑμῶν προσπάθεια καί μέριμνα πρός τήρησιν τῆς τάξεως καί ἀποφυγήν παντός ἀδικήματος Stop. Κατά προσώπων ἤ περιουσίας Stop. Ὑπό παρούσας συνθήκας ἐπικαλούμεθα πατριωτισμόν Ὑμῶν, ὅπως περιφρουρηθῇ τάξις καί ἀσφάλεια καί ἀποχωρήσωσιν ὁμοεθνές ἐν ἡσυχία, εἰς οὗς χορηγήσατε πάσαν δυνατήν συνδρομήν εἰς ἐξεύρεσιν μεταγωγικῶν μέσων.
Νομάρχης Μπαμπάκος"

Καί τήν ἄλλην ἡμέραν, πρώτην Ὀκτωβρίου τοῦ 1922 ἔτους, ὅλοι ἐκινήθησαν ἀμέσως πρός ἀναχώρησιν, πρός ἐκπατρισμόν. Δυστυχῶς δέν ἠθέλησαν νά ἀκολουθήσουν τάς συμβουλάς μας καί νά μεταφέρωσι μέ τά ἁμάξια των, κατά πρῶτον, ὅλας των τάς ἀποσκευάς μέχρι τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν καί κατόπιν τάς ἀποσκευάς τῶν ἄλλων Σκοπιανῶν, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἁμάξια. Ἐάν ἐγίνετο αὐτό καί μετεφέροντο τά ἔπιπλα καί αἱ ἄλλαι ἀποσκευαί τῶν Σκοπιανῶν εἰς τόν σταθμόν, τότε θά ἦτο δυνατή ἡ μεταφορά ὄχι μόνον σιτηρῶν ἀλλά καί πάσης ἄλλης πολυτίμου κινητῆς περιουσίας μας μέχρι τῶν Σαράντα Ἑκκλησιῶν, ὁπόθεν σιδηροδρομικῶς θά ἐκομίζοντο εἰς Ἑλλάδα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δέν θά ἐγκατελείπετο ἐντός δύο ἡμερῶν ὁ Σκοπός, δέν θά ἐπήρχετο ὁ ἀκουλουθήσας πανικός, οὔτε ἡ ἐκτατάλειψις τόσης πολυτίμου κινητῆς περιουσίας, δέν θά ἐβασανίζοντο τόσον πολύ οἱ ἁμαξᾶδες καί δέν θά ἐδοκίμαζον τόσην ἀγωνίαν οἱ μή ἔχοντες μεταφορικάς μέσα.
Δύο ἑβδομάδες εἴχομεν εἰς τήν διάθεσίν μας μέχρι τῆς ταχθείσης προθεσμίας διά τήν ἐκκένωσιν τῆς δευτέρας ζώνης, εἰς τήν ὁποίαν ὑπήγετο καί ὁ Σκοπός καί αὐταί μᾶς ἦσαν ἀρκεταί. Ἀλλά κανείς δέν ἤθελε νά σκεφθῇ τέτοια πράγματα καί νά φανῇ ψύχραιμος καί λογικός εἰς τήν κρίσιμον καί φοβεράν ἐκείνην ὥραν. Ὅσοι εἶχαν ἁμάξας, ἐνόμιζον οἱ δυστυχεῖς, ὅτι εἰς μίαν καί μόνην ἡμέραν θά ἔφθαναν ἤ μᾶλλον θά ἐπετοῦσαν πέραν τοῦ Ἕβρου, ὅπου θά ἐτελείωναν τά βάσανά των. Ἀφ' ἑτέρου δέ προσεπάθουν νά σωθῶσι μόνοι αὐτοί καί ἄν ἀφήσωσι τούς ἄλλους τούς στερουμένους μεταφορικῶν μέσων, ἕρμαια τῆς τύχης των, δεικνύοντες οὕτω τήν χαιρεκακίαν των. Οἱ δυστυχεῖς! Ἐθεωροῦσαν ὅλους τούς Ἕλληνας, ὡς πταίστας καί συντελεστάς τῆς πρωτοφανοῦς καί μεγάλης ἐθνικῆς μας συμφορᾶς. Ἀλλά ἀργότερον ἐνόησαν πόσον ἠπατήθησαν. Διότι φεύγοντες ἐκ Σκοποῦ, ἐφόρτωσαν εἰς τάς ἁμάξας τά ἀπαραίτητα ἐφόδια, ὀλίγον ἄλευρον, ἕνα δύο σακκιά σιτάρι, μερικά σκεύη διασωθέντα ἀπό τήν πρώτη προσφυγιά ἤ ἀγορασθέντα μετά τήν εἰς Σκοπόν παλιννόστησίν μας. Καί αὐτά τά ὁλίγα μεταφέροντες μέχρι τῆς Δυτικῆς Θράκης ὡδοιπόρησαν καί αὐτοί καί τά τέκνα τῶν ὁλόκληρα ἡμερονύκτια μέσα εἰς λάσπες καί ἀδιάβατα ἕλη καί τέλματα. Εἶναι σωστόν μαρτύριον ἡ περιπετειώδης ἐκδρομή τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἠθέλησαν, δυστυχῶς, νά ἀκούσωσι τούς μεγαλυτέρους των. Ἐάν ἐπί δύο ἑβδομάδες μετέφερον τά πράγματά των ἡσύχως καί ἐλευθέρως εἰς τόν σιδηροδομικόν σταθμόν Σαράντα Ἐκκλησιῶν, θά τούς ἔμενε καιρός νά μεταφέρωσι καί τῶν ἄλλων Σκοπιανῶν τά ἔπιπλα ἐπί ἁδρά πληρωμή. Δέν θά ἐπήρχετο ἡ ἐπακολουθήσασα σύγχυσις καί ὁ πανικός καί μετά τήν εὔκολον μεταφοράν τῶν ἀποσκευῶν καί σιτηρῶν τοῦ Σκοποῦ, θά ἠδύνατο νά πάρουν τά ἁμάξας των κενάς, χωρίς νά σπάσουν εἰς τόν δρόμον, νά βάλουν τά παιδιά των εἰς αὐτά καί νά φθάσουν εἰς τήν Δυτικήν Θράκην εὐκολώτερα, ἀφοῦ προηγουμένως θά ἄφηναν ἕνα ἤ δύο ἰδικούς των εἰς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν νά φροντίσωσι διά τήν φόρτωσιν τῶν ἀποσκευῶν των.
Ἀλλ' αὐτό, δυστυχῶς, δέν ἔγινε διά τούς ἀνωτέρω λόγους. Καί ἐντός δύο ἡμερῶν, ὅσοι εἶχαν ἁμάξας, ἀνεχώρησαν βιαστικοί, ὡσάν νά τούς ἐσάλπιζε κανείς σαλπιγκτής ἀπό τά οὐράνια. "Φύγετε νά σωθῆτε", προκαλοῦντες ὅπως εἴπομεν τόν πανικόν καί τήν ἀπελπισίαν εἰς τάς τάξεις τῶν ἄλλων Σκοπιανῶν.
Τί κρῦαι ὧραι καί στιγμαί μαύρης ἀγωνίας! Οἱ στρατιωτικοί εἶχον ἐπιτάξει τουρκικά κάρα διά τάς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ καί δέν ἤθελαν νά μᾶς ξοδεύουν, οὔτε καί νά διαθέσουν ἔστω καί ἕνα κᾶρον διά τήν εἰς Σαράντα Ἐκκλησίας μεταφοράν τῶν οἰκογενειῶν τοῦ Σκοποῦ. Διά τοῦτο καί οἱ Σκοπιανοί ἐξεχύθησαν εἰς τά πέριξ τουρκοχώρια, ἔπαιρναν τά ἁμάξια τῶν χωρικῶν καί ἐφρόντιζον νά μεταφέρωσι μόνοι τάς ἀποσκευάς των.
Ὑπῆρχον ὅμως καί οἱ μή δυνάμενοι νά τρέχουν πρός εὕρεσιν ἁμαξῶν. Εἰς μάτην διεμαρτυρόμεθα εἰς τήν Νομαρχίαν Σαράντα Ἐκκλησιῶν καί τήν Γενικήν Διοίκησιν Θράκης. Ἀλλά ποῖος ἤθελε νά μᾶς ξεύρῃ; Εἴχομεν τηλεγραφήσει καί εἰς τόν διοικητήν τοῦ Στρατοῦ Προκαλύψεως ταγματάρχην Δημητρίου, ἕνα ἀληθινόν λεβέντην Σπαρτιάτη, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νά μᾶς ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ὅτι δυστυχῶς δέν ᾐδύνατο νά κάμῃ τίποτε ὑπέρ ἡμῶν, ἀλλά καί πάλιν ὑπέσχετο, ὅτι εὐκαιρίας δοθείσης θά ἔσπευδε νά μᾶς βοηθήσῃ.
Κατόπιν δέ τῶν ἀπελπιστικῶν καί συνεχῶν τηλεγραφικῶν ἐκκλήσεών μας πρός τήν Νομαρχίαν, κατωρθώθῃ, ὅπως αἱ στρατιωτικαί ἀρχαί ὁρίσωσιν ἀριθμόν τινά ἁμαξιῶν, διά τήν μεταφοράν τῶν Σκοπιανῶν. Καί πραγματικῶς αἱ ὑπό τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν διατεθεῖσαι ἅμαξαι μετέφερον ὅλας τάς οἰκογενείας τῶν Σκοπιανῶν μέχρι τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1922, χωρίς κανέν ἀπευκταῖον.
Ἐγώ ἔμεινα μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, 7ης Ὀκτωβρίου 1922. Ἡ ἥμερη καί γλυκιά ὄψις τοῦ Σκοποῦ μετεβλήθη κατ' ἀρχάς εἰς μελαγχολικήν καί κατόπιν ἔγινεν ἀγρία καί φοβερά.
Ὅλα τά σπίτια καί τά καταστήματα ἔμεναν ἀνοικτά καί ἦσαν εἰς τήν διάθεσιν παντός διερχομένου ἐκεῖθεν Σκοπιανοῦ ἤ ξένου. Τά κρασομάγαζα ἀνοικτά καί τά κρασιά χυμένα. Οἱ δρόμοι γεμᾶτοι ἀπό διάφορα ἔπιπλα, τά ὁποῖα ἤ τά ἄφηναν οἱ νοικοκυραῖοι των, διότι ἦσαν βαρειά ἤ σπασμένα, ἤ άλλοι τά ἐπέταξαν ἐξ ἁπλῆς ἰδιοτροπίας. Αἱ ἀποθῆκαι ἐπίσης ἀνοικταί καί τά σιτηρά σκορπισμένα παντοῦ. Ὁποία ἀπαισία εἰκών! Ἡ μεγάλη μας ἐκκλησία, αὐτήν τήν φοράν, ἔμεινε μαύρη καί χωρίς ἔπιπλα καί εἰκόνας, τάς ὁποίας ἡ ἐπιτροπή ἐφρόντισε νά ἀποστείλῃ εἰς τόν σταθμό Σαράντα Ἐκκλησιῶν.
Ω! πόσον μικρή ἦτο ἡ χαρά μας! Καί ὁ πανύψηλος καί μολυβδοσκεπασμένος τροῦλλος τῆς ἐκκλησίας, ἐπάνω εἰς τόν ὁποῖον ἐκυμάτισεν ἐπ' ὀλίγον ἡ μεγάλη μας κυανόλευκος, ἔμενε τώρα σκυθρωπός, ὑπό τό βάρος τῶν μαύρων καί ἀπειλητικῶν νεφῶν, τά ὁποία ἤρχονται νά χύσωσι τά δάκρυά των καί νά ἀπαλύνωσι τόν πόνον του… Ἀλλοίμονον! Ὁποία οἰκτρά διάψευσις τῶν ἐλπίδων καί τῶν ἐθνικῶν ὀνείρων μας! Ἦτο γραμμένον δι' ἡμᾶς, κατά τόν εἰκοστόν αἰῶνα, τόν αἰῶνα τῶν φώτων, τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἐλευθερίας, νά ἴδωμεν τήν ἐκ νέου ὑποδούλωσιν τῆς μόλις ἀπελευθερωθείσης πατρίδος μας καί τό ξερρίζωμά μας ἀπό τά ἀγαπητά μας ἐδάφη, εἰς τά ὁποία οἱ πατέρες ἡμῶν ἐπί χιλιετηρίδας ὅλας ἔζησαν καί ἐθαυματούργησαν. Καί ἔπρεπε νά φύγωμεν ἀδόξως, χωρίς νά ἔχωμεν τό δικαίωμα νά ρίψωμεν ἔστω καί ἕναν πυροβολισμόν, διότι ἔτσι τό ἤθελαν οἱ Φράγκοι! Κατάρα εἰς τούς καλοθελητάς μας Φράγκους καί τούς ἄλλους πρωτεργάτας τῆς πρωτοφανοῦς καί ἀδίκου ταύτης ὑποδουλώσεώς μας.
Μικρά στρατωτική καί ἀστυνομική δύναμις ἐφρούρει ἀκόμη τόν Σκοπόν. Ὁ τηλεγραφητής παρέμεινεν εἰς τήν θέσιν του. Τήν ἑσπέραν τῆς 6ης πρός τήν 7ην Ὀκτωβρίου 1922 ὑπῆρχον εἰσέτι εἰς τόν Σκοπόν 37 οἰκογένειαι, ἐγκατεσπαρμένοι εἰς τάς τέσσαρας ἐκτεταμμένας συνοικίας. Ὦ! πῶς ἐπεράσαμεν τήν ἀπαισίαν καί μαύρην ἐκείνην νύκτα! Θεέ μου! Εἰς τήν ἐνθύμησιν ἐκείνης τῆς ἀλησμονήτου μαύρης νυκτός ἤ μᾶλλον κολάσεως, ἀκόμη καί τώρα ἀνατριχιάζω. Καί δέν ἦτο νά μή φοβηθῇ κανείς! οἱ σκύλοι μέ τά μέχρι πρωΐας συνεχή καί ἀπαίσια οὐρλιάσματα αἱ γάται μέ τά ἄγρια νιαουρίσματα καί οἱ ριπτόμενοι κατ' ἀραιά χρονικά διαστήματα πυροβολισμοί ὑπό τῶν μεθυσμένων στρατιωτῶν, παρουσίαζον μίαν φοβεράν συναυλίαν, ἡ ὁποία ἐπάγωνε τό αἷμα εἰς τάς φλέβας μας. Τήν ἡμέραν εἶχαν συμβῆ καί δύο πυρκαϊαί, αἱ ὁποῖαι κατεσβέσθηκαν ἐγκαίρως ὑπό τῶν στρατιωτῶν. …
Εὐτυχῶς τό ἀπόγευμα τῆς Παράσκευῆς 7/20 Ὀκτωβρίου 1922 εἴχομεν ἀναχωρήσει, πλήν τριῶν ἤ τεσσάρων οἰκογενειῶν, οἱ ὁποῖαι ἤλθον τήν ἄλλην ἡμέραν. Ἀκριβῶς δέ τήν ὥραν πού ἐφεύγομεν ἀπό τόν ἀγαπητόν μας Σκοπόν, ὁ ἥλιος ἔκλινε πρός τήν δύσιν του καί διά τελευταίαν φοράν – ὦ τί κρίμα! – ἐβλέπομεν νά χρυσώνῃ τόν τροῦλλον καί τά κωδωνοστάσια τῆς ἐκκλησίας μας καί μετ' ὀλίγον, ἕως ὅτου νά φθάσωμεν εἰς τό ποτάμιον τῆς Γούρνας, εἶχε δύσει πλέον. Σκότος ψηλαφητόν μας εἶχε καταλάβει τώρα καί ὁ μονότονος τριγμός τῶν ἁμαξιῶν πληγώνει τάς αἱματωμένας καρδίας μας. Ἔξαφνα τά ἁμάξια σταματοῦν εἰς τόν δρόμον, διότι ἕνα ἀπό αὐτά ἔσπασεν. Εὐτυχῶς δέν ἔχομεν νά φοβηθῶμεν, διότι πλησίον μας παραστέκουν οἱ Ἕλληνες στρατιῶται, ἄγγελοι παρήγοροι, κλαίοντες καί συμπονοῦντες μαζί μας.
Ξεκινᾶ καί πάλιν ἡ σειρά τῶν ἁμαξιῶν καί χωρίς ἄλλα ἐπεισόδια φθάνει εἰς τό τουρκοχώριον Κιζικλίκι (Κρανιά). Ἐδῶ σταθμεύομεν ἐπί δύο ὥρας διά νά ξεκουρασθῶσι τά ὑποζύγια. Ξαπλωνόμεθα ἐπάνω στά χώματα καί στίς λάσπες, διά νά κοιμηθῶμεν. Αἱ συγκινήσεις, τά ἀνέλπιστα τραγικά γεγονότα, ὁ κόπος, ἡ σκοτεινιά τῆς φθινοπωρινῆς νυκτός, ἐπιδρῶσιν ἐπί τῆς ψυχῆς μας καί παραδιδόμεθα ἄνευ ὅρων εἰς τά ἀγκάλας τοῦ Μορφέως. Καί κοιμώμεθα οἱ δυστυχεῖς διά τελευταίαν φοράν στά χώματα τῆς πατρίδος μας. Ἀλλά, δυστυχῶς, πρίν ἤ χορτάσωμεν τόν γλυκύν ὕπνον ὁ ἐπί κεφαλῆς τῶν στρατιωτῶν εὑρισκόμενος δεκανεύς μᾶς παρακαλεῖ νά ξεκινήσωμεν διά νά φθάσωμεν ἐνωρίς εἰς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν.
Βαδίζοντες τόν δημόσιον δρόμον καί προστατευόμενοι ἀπό τό σκότος τῆς νυκτός, ἐφθάσαμεν περί τήν χαραυγήν εἰς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν. Εἰς τόν δρόμον βλέπομεν καραβάνια ἁμαξῶν ἐκ Βιζύης, Βρύσεως, Γέννης καί ἄλλων θρακικῶν πόλεων καί χωρίων τά ὁποῖα πρός στιγμήν ξεκουράζονται δύο βήματα ἔξωθεν ἀπό τόν δρόμον. Στήν ἀγκαλιά τῆς ψυχρᾶς καί σκοτεινῆς νυκτός, ἄλλοι κοιμῶνται, ἄλλοι ἀναπαύονται καί ἄλλοι γύρω στή φωτιά διηγοῦνται διαφόρους ἱστορίας, διά νά ξεχάσουν τόν σκληρόν καί ἀκοίμητον πόνον τοῦ ἐκπατρισμοῦ. Καί ὁ δρόμος ἐκεῖνος εἶναι μία συνεχής ἄλυσις ἀπό ἀνθρώπους καί ἁμάξας. Εἰς τόν σταθμός βλέπομεν σωρούς ἀποσκευῶν, ἐπίπλων, σιτηρῶν, ξυλείας καί παντός εἴδους ἀπαραιτήτων πραγμάτων εἰς τήν ἀνθρώπινην ζωήν, ἐδῶ μένομεν τρεῖς ἡμέρας, μέχρις ὅτου, οἱ σφαγεῖς μας Εὐρωπαῖοι, ἐπιτρέψωσι τήν διάθεσιν βαγονίων διά τήν εἰς Ἑλλάδα μεταφοράν μας. Τήν τρίτην ἡμέραν, πρίν ἥν ἀναχωρήσωμεν φθάνει ἀπόσπασμα γαλλικοῦ στρατοῦ, πρός διατήρησιν τῆς τάξεως. …
Ἀλλ' ὁ συρμός ξεκινᾶ, καθ ὅν χρόνον ὁ ἥλιος ἔκλινε πρός τήν δύσιν τοῦ καί ἡ βροχή μᾶς περιλούει. Εἶναι, ὡς φαίνεται, τά δάκρυα τοῦ θρακικοῦ μας οὐρανοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης πενθεῖ καί κλαίει διότι μᾶς ἀποχωρίζεται. Φεύγομεν! Εἰς κάθε σταθμόν ὅμως καί εἰς κάθε σημεῖον τοῦ δρόμου μᾶς παραστέκει ἄγρυπνος φρουρός ὁ Ἕλλην στρατιώτης καί αὐτό μᾶς ἀνακουφίζει καί μᾶς παρηγορεῖ. Τήν ἄλλην ἡμέραν εἴχομεν φθάσει ἀσφαλῶς εἰς τήν Ἀλεξανδρούπολιν. …
Εἰς τήν Ἀλεξανδρούπολιν παρεμείναμεν ἐπί 24 ὅλας ἡμέρας, χωρίς νά δυνηθῶμεν ν' ἀναχωρήσωμεν. Ὁ σιδηροδρομικός σταθμός τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως μετεβλήθη εἰς μίαν μεγαλούπολιν. Σκηναί μεγάλαι καί μικραί, καλύβαι πρόχειροι μέ λαμαρίνες ἀνεφάνησαν ἐν μία στιγμή καί ἡ Ἀλεξανδρούπολις ἀπείκτησε πληθυσμόν πενταπλάσιον τοῦ ὅσου εἶχε πρότερον. Εἰς τόν ὡς ἄνω πληθυσμόν δέν συμπεριλαμβάνονται οἱ ἐπί μίαν ἤ δύο ἡμέρας σταθμεύοντες ἐνταῦθα ἁμαξάδες πρόσφυγες. Ἐδῶ φθάνουν ὅλοι οἱ ἐκ Θράκης ἐρχόμενοι σιδηροδρομικῶς, ὁδικῶς καί θαλασσίως. Ἡ Ἀλεξανδρούπολις ἀπέβη ὁ τόπος συγκεντρώσεως τῶν εἰς Ἑλλάδα προσφευγόντων Θρακῶν καί τό σημεῖον τῆς ἐκκινήσεως διά τήν εἰς τά ἐνδότερα κάθοδον αὐτῶν. Καί μέσα εἰς τό πλῆθος τῶν ἐξακοσίων χιλιάδων Θρακῶν ἀνεμίχθησαν καί οἱ Σκοπιανοί. …
Ἕν ἔτος παρέρχεται. Κατ' αὐτό οἱ πρόσφυγες κατορθώνουν νά μάθουν τά μέρη, εἰς τά ὁποία εὑρίσκονται οἱ συγγενεῖς καί οἱ ὁμοχώριοί των. Σιγά σιγά, ἀρχίζουν νά διαρρέουν καί νά μετακινῶνται πρός τά ἐκεῖ, πλησίον τῶν συγγενῶν των. Καί τοιουτοτρόπως κατορθώνουν νά συγκεντρωθῶσιν εἰς ἕνα συνοικισμόν ἤ εἰς μίαν Πόλιν. Πολλοί δίδουν εἰς τούς συνοικισμούς τά ὀνόματα τῶν ἐν Τουρκία κοινοτήτων μέ τήν πρόσθετον λέξιν νέος.

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (14)


¨       Μαρτυρία του Γ.Ν. Τολίδη ἀπό τό ἄρθρο του: Ἡ συμβολή τῆς Θράκης στούς ἀγῶνες καί θυσίες τοῦ Ἔθνους – Τό Μεγάλο Ζαλούφι τῆς Ἀδριανουπόλεως, Θρακικά,  Σειρά Δευτέρα, Τόμος Τρίτος, Ἀθῆναι 1980–1981

Πῶς ἐφύγαμεν ἀπό τήν Ἀνατολική Θράκη

Σεπτέμβριος τοῦ 1922. Τό Μεγάλο Ζαλούφι, ἕνα χωριό τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης γνωστό γιά τά πολλά κρασιά του, μετά τό πανηγύρι τ' Ἅι-Γιάννη βυθίζεται στή σιωπή. Στήν πλατεῖα, στά καφενεῖα, παντοῦ ὅπου ἄλλοτε οἱ τουφεκιές, τώρα μαζεμένοι οἱ χωριανοί σκεπτικοί, μελαγχολικοί, μιλᾶνε μέ πόνο γιά τά ἀτυχήματα τοῦ μετώπου, γιά τήν καταστροφή τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ἀκόμα γιά τήν ἐγκατάλειψη τῆς Θράκης. Σκόπιμα ἐπιχειροῦν νά διαψεύσουν μερικοί, ἀλλά μάταια.
Ἀπό τήν Ἀδριανούπολι ἔρχονται κακά μαντάτα. Ἀπό τήν Μακρά Γέφυρα περνοῦν τά τραῖνα μέ Μικριασιᾶτες ἀδελφούς. Πᾶνε τά ψέματα. Ἐχάθη ἡ Ἰωνία! Καί γιά τή Θράκη; Μ' αὐτό τό μεγάλο ἐρωτηματικό στήν ὄψι οἱ χωριανοί μου τρυγοῦν τ' ἀμπέλια, πατοῦν τά σταφύλια, ἐνῷ κάθε εἴδηση ἔρχεται χειρότερη. Ἀπό τό δημόσιο δρόμο Ἀδριανουπόλεως περνοῦν ἁμάξια φορτωμένα. Εἶναι Σαράντα Ἐκκλησιῶτες, Σκοπιανοί, Βαβασκιανοί, πού ἀφῆκαν τά χωριά τους καί κατευθύνονται γιά τόν Ἕβρο. Μόνον οἱ Ζαλουφιῶτες δέν θέλουν νά πιστέψουν στήν σκληρή αὐτή καταδίκη. Ἑλπίζουν, λες, στόν ἀπό μηχανῆς Θεό. Ἀλλά τοῦ κάκου! Ἕνα ἀπόγευμα ἀρχίζει τό φόρτωμα τῶν ἁμαξιῶν.
Πολύ νύχτα τήν ἄλλη μέρα βρέθηκα μπρός στό φορτωμένο ἁμάξι. Οἱ ἄλλοι σπιτικοί εἶχαν φύγει μέ τούς γείτονές μας. Θυμᾶμαι τήν ὥρα πού θά ξεκινούσαμε, ὁ καϋμένος ὁ πατέρας ἐκοίταζε μιά τό σπίτι, τήν αὐλή, ἔπειτα ἔσκυψε τό κεφάλι καί ἔκλαψε. Τί ἄραγε νά ἐσήμαινε τό γεροντικό ἐκεῖνο κλάμα; Τόν χωρισμό τῆς πατρικῆς του γωνιᾶς ὅπου ἔζησε κι' ἐμεγάλωσε ἤ τόν χωρισμό τῆς νεκρῆς μάνας μου πού πρίν λίγα χρόνια μαζύ μέ ἄλλους χωριανούς εἶχε σφαγεῖ τόσο ἄγρια ἀπ' τούς ἐχθρούς.;
Ἴσως καί τά δύο. Ξεκινήσαμε. Πρώτη φορά ἔνοιωσα τόσο ἄγριο τό χωριό. Τά σπίτια τῆς γειτονιᾶς πού ἄλλοτε ἦταν ἡ χαρά μου, τώρα σκοτεινά, ἔρημα, μοῦ φάνηκαν τρομαχτικά σάν βρυκολακιασμένα. Ἀπό μερικούς δρόμους ἀκούονται ἁμάξια. Ἀλλοῦ οὐρλιάζουν σκυλιά πού ἔχασαν ἴσως τούς ἀφέντες των ἤ πού ἔνοιωσαν τή συμφορά τοῦ χωριοῦ. Τά μαγαζιά, τά σπίτια, ἡ πλατεῖα, ἡ ἀστυνομία στέκουν βουβά ἕτοιμα λές, νά παραπονεθοῦν γιά τή σκληρή τους ἐγκατάλειψι. Τό σχολεῖο, ἡ ἐκκλησία στή μέση τοῦ χωριοῦ λίγα δάκρυα δέχονται ἀπό τόν κάθε φεύγοντα Ζαλουφιώτη. Τί ἄλλο μποροῦν νά κάμουν; Εἶναι ἡ μόνη διαβεβαίωσις πώς ὅπου καί ἄν πᾶνε θά ἔχουν σ' αὐτά στραμμένη τήν ψυχή τους. Ἐπῆραν μόνον τίς εἰκόνες, τίς κανδῆλες καί ὅ,τι ἄλλο ἱερό γιά νά κτίσουν μιά νέα ἐκκλησία στό ὄνομά της καί δίπλα στό σχολειό, ἄν ποτέ μοίρα κακή θελήσῃ νά τούς κρατήσῃ μακρυά. Στόν ἀνεμόμυλο, ἔξω ἀπό τό χωριό, ἐσμίξαμε μέ πολλά ἄλλα ἁμάξια. Ἐπήραμε τό δρόμο πρός τόν Ἕβρο καί ἐβαδίζαμε σιγά-σιγά σάν νεκρική πομπή. Στό Κούρτ-Τεπέ, ἕνα τούρκικο χωριό πάνω σέ ὕψωμα μᾶς βρῆκε τό ξημέρωμα μέ βροχή. Καί ἐνῷ παιδευόμαστε νά βγάλωμε τό μεγάλο ἐκεῖνο ἀνήφορο, φωνές ἀκοῦμε καί κλάματα ἀπό πίσω. Γυναῖκες μέ ξέπλεκα τά μαλλιά τους, παιδιά τρομαγμένα κρατώντας στό χέρι ἕνα ροῦχο, μιά εἰκόνα, ὅ,τι πολύτιμο καθένας ἅρπαξε, τρέχουν φωνάζοντας: "Φευγᾶτε! Ἔρχονται! Ἦλθαν στό χωρίο οἱ Τοῦρκοι"! …
Πολλοί ἀφήνουν τ' ἁμάξια καί τρέχουν μπρός. Ἕτοιμοι κι ἐμεῖς. Τήν στιγμή ἐκείνη φτάνει λαχανιασμένος μαζύ μέ πολλά γυναικόπαιδα ὁ Παπαπόστολος τοῦ χωριοῦ μας. Στό ἀριστερό του χέρι ἐβάστα ἕνα σταυρό καί στό δεξί του ἕνα πιστόλι: "Σταθῆτε λέει, δέν εἶναι τίποτε. Λίγα σκυλιά ἦταν ἀπ' τά γύρω χωριά, τά ξέκανε τό στρατιωτικό ἀπόσπασμα πού κοιμήθηκε στό σχολεῖο μας". Ξεκινήσαμε. Ἀλλ' ὁ πανικός ἐκεῖνος ἀπεθράσυνε τόν ἐχθρό πού παρακολουθοῦσε τά πάντα ἀπ' τά κοντινά χωριά. Σέ λίγο βρήσκομε πάνω στό δρόμο ἕνα στρατιώτη σκοτωμένο, ἀσφαλῶς, ἀπ' αὐτούς. Πιό πέρα στό Τσακμάκι (τούρκικο χωριό) ἐπεχείρησαν νά μᾶς κόψουν τό δρόμο. Εὐτυχῶς γιά μᾶς, φαντάροι πού εἶχαν γλυτώσει ἀπ' τή μπόρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί συνώδευαν τούς δικούς των, τούς ἐπετέθησαν. Συνεχίσαμε καί περνώντας καί τό τελευταῖο ὕψωμα βραθήκαμε στή μεγάλη κοιλάδα τοῦ Ἕβρου. Δεξιά ἡ μεγάλη σιδηροδρομική γέφυρα Κωνσταντινούπολις –Πύθιον. Ἀριστερά ἡ ἱστορική ὁδική γέφυρα. Ἐμπρός ὁ Ἕβρος μέ τά θολά νερά του. Ἀντιπέρα ἡ Δυτική Θράκη κάτω ἀπό μαῦρα σύννεφα. Ἀριστερά καί ἡ μεγάλη Ἐγνατία Ὁδός πού ξεκινᾶ ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη περνᾷ ἀπό τήν ὁδική γέφυρα καί καταλήγει στήν Θεσσαλονίκη καί στό Δυρράχιο. Τήν Ἐγνατία αὐτή ὁδό ἀκολουθώντας ἀπό τά ἐνδότερα τῆς Θράκης τό μεγαλύτερο τῶν ἐκπατριζομένων φθάνει ἀδιάκοπο, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ζώων, ἁμαξιῶν καί χύνεται στήν πρό τῆς γέφυρας κοιλάδα τοῦ Ἕβρου γιά νά περιμένῃ ἐκεῖ μεσάνυχτα κάτω ἀπό βροχή μές στίς λάσπες μέ τήν ἀπειλή τοῦ ἐχθροῦ καί τοῦ ξεχειλίσματος τοῦ Ἕβρου. …
Δυστυχισμένοι Θρᾶκες! Ποτέ δέν ἐχαρήκαμε. Αἰῶνες ἐζήσαμε στή σκλαβιά. Ἐλαχταρήσαμε πάντοτε τήν ἐλευθερία! Σάν ὄνερο τή νοιώσαμε γιά λίγο φεῦ! Καί τώρα καταδιωγμένοι, ἀφήσαμε τά πάντα, καί ἐδῶ στήν ἀλησμόνητη αὐτή κοιλάδα τῶν κλαυθμῶν μας, στό γεφύρι πού θἆναι ἡ φαρμακωμένη ἀνάμνησίς μας, ἀγωνιοῦμε νά προσφύγωμε στή φιλόστοργη ἐλεύθερη Ἑλλάδα, ταπεινωμένη κι' αὐτή. …

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (13)


¨       Μαρτυρία Χρήστου Ρουσσόπουλου, ἀγρότη ἀπό τό Χειμώνιο Ὀρεστιάδας Ἔβρου, ἀπό τό βιβλίο του "Μεγάλο Ζαλούφι, Ἀνατολικῆς Θράκης",
Θεσσαλονίκη 1977

Ὁ κόσμος εἶναι ἐνθουσιασμένος ἀπό τά κατορθώματα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Σύντομα, λένε, θά πάρουμε τήν Ἄγκυρα, μετά τήν Κόκκινη Μηλιά καί ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι κοντά στά χέρια μας. Ὁ μαρμαρωμένος βασιλιᾶς Κωνσταντῖνος θά ἀναστηθεῖ καί ἡ Ἁγία Σοφία θά γίνει καί πάλι ἐκκλησία.
Ὅλον αὐτόν τόν ἐνθουσιασμό καί τή χαρά ἔρχεται νά ἀνακόψει ἡ θλιβερή εἴδηση. Τό μέτωπο στή Μικρά Ἀσία ἔσπασε καί ὁ ἑλληνικός στρατός ὑποχωρεῖ. Εἴμαστε στά μέσα Αὐγούστου καί οἱ εἰδήσεις ἔρχονται συγκεχυμένες. Ἄλλοι τίς πιστεύουν, ἄλλοι ὄχι. Ἄλλοι τίς ἐπιβεβαιώνουν, ἄλλοι τίς διαψεύδουν...
Ὁ κοσμάκης, παρ' ὅλο πού τά νέα τοῦ μετώπου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἔρχονται συγκεχυμένα, ἑτοιμάστηκε καί ἤδη τήν ἡμέρα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου ἡ πανήγυρις δίνει καί παίρνει. Γλέντια στά καφενεῖα καί πολύς χορός στήν κεντρική πλατεία τοῦ χωριοῦ. Τό μεσημέρι στίς δύο ἡ ὥρα ἀκριβῶς πού εἶχαν ἀνάψει ὅλα, φθάνουν στό χωριό οἱ δύο πρῶτοι χωριανοί στρατιῶτες τοῦ μετώπου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ναί αὐτοί, ὁ Δημήτρης Κωστόπουλος καί ὁ Χαράλαμπος Σταματόπουλος, εἶπαν ὅλη τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή, τό μέτωπο ἔσπασε ἐδῶ καί 15 ἡμέρες. Ἡ πανήγυρη, ἄν καί δέν διαλύθηκε ἀμέσως, ἔχασε κάθε ὄρεξη γιά γλέντι καί χορό. Συνεχίστηκε, βέβαια, ἀπό τούς νέους τοῦ χωριοῦ. Μά οἱ ἡλικιωμένοι τἄχασαν, ἀμέσως θόλωσαν τά μάτια τους. Ἄρχισαν νά ἀναλογίζονται τί τούς περίμενε πάλι.
Τί κακό βρῆκε τήν κακομοίρα Ἑλλάδα μας καί τί κακό θά πάθουμε ἄραγε σάν χωριό καί πάλι. Καί ξαναζωντανεύουν ὅλες οἱ σκηνές στίς φρικτές ἐκεῖνες μέρες τῆς σφαγῆς τοῦ χωριοῦ τους στίς 12 Ἰουλίου 1913. Οἱ μέρες περνοῦν ἀπελπισμένες καί μέ μεγάλη ἀγωνία τό τί θά γίνει.
Τό μέτωπο τῆς Τσατάλτζας δέν σπάει ἀκόμα. Μία ἐλπίδα τούς μένει, ἴσως κρατήσουν ἐδῶ γερά. Ὀπισθοχωροῦντες κανονικά, ἕνα σύνταγμα περνάει ἀπό τό χωριό στίς 15 Σεπτεμβρίου, μέσα ἀπό τό χωριό.
Ὁ στρατός αὐτός πού στίς 12 Ἰουλίου 1920 πάτησε τό πόδι του στό χωριό αὐτό καί στήν Ἀνατολική Θράκη, ὕστερα ἀπό 460 χρόνια μαύρης τουρκικῆς σκλαβιᾶς καί ἔδωσε στό χωρίο τή μεγαλύτερη χαρά, χαρά πού δέν περιγράφεται. Ἦταν ἡ εὐτυχέστερη ἡμέρα στή ζωή τους γιά τό χωριό ὁλόκληρο ἡ 12 Ἰουλίου 1920. Δυστυχῶς ἡ μεγάλη χαρά δέν κράτησε περισσότερο ἀπό δύο χρόνια καί ἕνα μῆνα ἀκριβῶς. Ὁ στρατός αὐτός πού ἐκείνη τήν ἡμέρα θριαμβευτής μπαίνει στήν Ἀνατολική Θράκη καί στό χωριό Μεγάλο Ζαλούφι. Ὁ στρατός αὐτός δαφνοστεφανωμένος προχωροῦσε ἀπό νίκη σέ νίκη. Σήμερα, ταπεινωμένος, νικημένος, προδωμένος μέ σκυμένο τό κεφάλι καί μέ ἀγκάθινο στεφάνι στό κεφάλι ὑποχωρεῖ. Εὐτυχῶς κανονικά ἐδῶ στό μέτωπο τῆς Θράκης. Γιατί στό μέτωπο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἐκεῖ ὑποχωρεῖ ἄτακτα διαλυμένος. Τό γιατί θά τό ἀφήσουμε στή γενικώτερη ἱστορία νά καταλογήσει εὐθύνες στούς τότε ἰθύνοντες στρατιωτικούς ἤ πολιτικούς. Ἐμεῖς ἐπανερχόμαστε στή μικρή μας ἱστορία τοῦ χωριοῦ.
Οἱ κάτοικοι Ζαλουφιῶτες μέ δάκρυα στά μάτια προσφέρουν στούς στρατιῶτες, ὅ,τι θέλουν, νερό, κρασί καί μπόλικο κριθάρι γιά τά ζῶα τους, τά ἄλογα καί τά μουλάρια. Ὁ στρατός ἀφοῦ ξεκουράζεται κάπου δύο ὧρες ἀναχωρεῖ, μᾶλλον ὑποχωρεῖ, πρός τήν Ἀδριανούπολη.
Οἱ κάτοικοι Ζαλουφιῶτες τούς χαιρετοῦν μέ δάκρυα στά μάτια. Στό χωριό μένει ἕνα φυλάκιο.
Οἱ μέρες περνοῦν καί οἱ Ζαλουφιῶτες ἀσχολιοῦνται τώρα μέ τίς γεωργικές τους δουλειές. Μά ὅλα τά κάνουν μέ μισή καρδιά πού λέμε.
Τά πρῶτα φορτωμένα βοϊδάμαξα, μέ ὅτι μπόρεσαν νά σηκώσουν, περνοῦν μέσα ἀπό τό χωριό μέ κατεύθυνση τήν ἁμαξωτή γέφυρα τοῦ ποταμοῦ Ἔβρου, κάτω τοῦ Πυθίου. Εἶναι οἱ πρῶτοι πού ἐγκατέλειψαν τά σπίτια τους ἀπό τά πιό ἀπομακρυσμένα χωριά τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Μαζί τους εἶναι καί πολλοί πού διά θαλάσσης ἔχουν φθάσει μέχρι τήν Τσατάλτζα καί ἀπό ἐκεῖ μέ τά βοϊδάμαξα γιά πέρα τοῦ Ἕβρου.
Ἀσταμάτητα καραβάνια περνοῦν τά φορτωμένα ἁμάξια καί ἀποροῦν μέ τούς Ζαλουφιῶτες, πῶς δέν φεύγουν καί αὐτοί. Μά ἀπό τή στιγμή αὐτή, ἄρχισαν νά παίρνουν τό ζήτημα στά σοβαρά, ὅτι θά ἀφήσουν τή Θράκη, θά ἀφήσουν καί τό χωριό τους. Τό πιστέψανε πιά.
Βλέποντας τά κάρα αὐτά φορτωμένα κλαῖνε τή μοίρα τους, μά κατά βάθος κλαῖνε καί τή δική τους πού πάλι θά γίνουν πρόσφυγες.
Ἤδη κρυφά ἤ φανερά ἔχουν ἀρχίσει τήν προετοιμασία γιά τή φυγή. Καίτοι ἑτοιμάζονται, δέν τούς λείπει ἡ ἐλπίδα νά μήν φύγουν. Ἄς περιμένουμε λένε, τί θά γίνει, γιά νά δοῦμε τί θά μᾶς ξημερώσει. Τά ἁμάξια ὅμως φορτωμένα ὅλο καί περνοῦν. Καί γιά τούς Ζαλουφιῶτες δέν μένει ἄλλη λύση παρά ἡ φυγή. Ἀφήνουν λοιπόν τίς δουλειές τῶν χωραφιῶν καί ἀρχίζουν τήν προετοιμασία γιά τή φυγή. Μέ δάκρυα στά μάτια ἄρχισαν νά κάνουν μπαγάζια.
Παντοῦ καί πάλι φωνές, κακό, τσιρίγματα. Τί νά κάνουν δέν ξέρουν, πρόβλημα πῶς θά τά κουβαλήσουν, μά περισσότερο πρόβλημα ποῦ θά τά κουβαλήσουν, ποῦ θά ριζώσουν τό νέο νοικοκυριό τους. Φορτώνουν τ' ἁμάξια τους καί δέν τολμοῦν νά ξεκινήσουν. Τούς βασανίζει ὅλο ἡ ἐλπίδα, ἴσως δέν φύγουν. Σταυροκοπιοῦνται οἱ κακόμοιρες, γιά νά δοῦμε τί θά γίνει, γιά νά δοῦμε τί θά μᾶς ξημερώσει. Μά τά μακρινά χωριά τῆς Θράκης, ὅλο καί περνοῦν καί ἀποροῦν μέ τούς Ζαλουφιῶτες πῶς δέν ξεκινοῦν ἀκόμα. Μά καί ἐπίσημα ἔχουν εἰδοποιηθεῖ νά ἐγκαταλείψουν τή Θράκη.
Καί τά πρῶτα ἁμάξια ἔχουν ἀναχωρήσει. Τό φτωχικό σπιτάκι τό κοιτάζουν καί τό ξανακοιτάζουν καί τούς φαίνεται παλάτι. Τά θολωμένα μάτια τους δέν χορταίνουν νά τό βλέπουν. Εἶναι τό πατρικό τους σπίτι πού φιλοξένησε τούς προπαπποῦδες τους, τούς παπποῦδες τους καί τούς ἴδιους, ὁ καθένας στήν ἡλικία πού ἀνήκει. Ναί, σ' αὐτήν τήν αὐλή κάνανε τά πρῶτα βήματά τους, καί παίξανε τά πρῶτα παιδικά τους παιχνίδια. Τί νά πρωτοθυμηθεῖς, πιά περίπτωση νά μή σέ συγκινήσει. Ναί, ἀλλά εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀναχωρήσεως. Ἀγκαλιάζουν τήν πόρτα πολλές φορές καί τή φιλοῦν, κάνουν τόν σταυρό τους καί εὔχονται πάλι μέ χρόνια μέ καιρούς, πάλι δικά τους θἆναι. Βγαίνουν στήν ἐξώπορτα καί ξαναγυρίζουν νά ἰδοῦν γιά τελευταία φορά τό φτωχικό τους σπιτάκι πού φαίνεται σάν παλάτι. Μέ θολωμένα μάτια τους φαίνεται ὅτι καί τό σπιτάκι τους ἔχει δακρύσει. Οἱ ἴδιες σκηνές σέ ὀλιγομελῆ ἤ πολυμελῆ οἰκογένεια. Στό ἀντίκρυσμα τῆς ἐκκλησίας, νέες συγκινήσεις, νέες ἀναμνήσεις καί ἀναστεναγμοί, νέα δάκρυα. Ἡ ἐκκλησία πού τούς βάπτισε, τούς στεφάνωσε, πού κήδεψε τούς παπποῦδες του. Ἡ ἐκκλησία πού κάθε μεγάλη γιορτή γέμιζε κόσμο μέσα καί ἔξω, γιατί δέν τούς χωροῦσε ὅλους. Μεγάλη, μά τό χωριό πιό μεγάλο. Τρέχουν οἱ γριές νά ἀνάψουν τό τελευταῖο κερί, νά κάνουν τήν τελευταία μετάνοια στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Νά πάρουν καί καμιά μικρή εἰκόνα γιά ἐνθύμιο, γιατί οἱ μεγάλες εἶναι γερά καρφωμένες.
Τήν παρακαλοῦν δέ, σύντομα νά γυρίσουν πίσω, γιατί δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἀφήνουν τό χωριό αὐτό ὡς πρόσφυγες. Ἀσπάζονται τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μέ τά μάτια τους γεμᾶτα δάκρυα, νομίζουν οἱ κακόμοιρες ὅτι τῆς Παναγίας τά μάτια δάκρυσαν. Ἐπαναλαμβάνουν καί τόν στίχο "πάλι μέ χρόνια μέ καιρούς, πάλι δικά μας θἆναι" καί φεύγουν. Ἀκολουθοῦν τά φορτωμένα βοϊδάμαξα καί προχωροῦν. Νά, ἐδῶ ἡ βρύση τοῦ χωριοῦ ἡ ξακουστή βρύση τοῦ γκιόκες μέ τό ἄφθονο νερό. Ἄλλες ἀναμνήσεις ἄλλα δάκρυα. Πόσες φορές ἔχουν ἐπισκεφθεῖ τή βρύση αὐτή καί ἀπό τά παιδικά τους χρόνια, πόσα εἰδύλλια δέν ἔχουν γίνει σ' αὐτήν τή βρύση. Ἡ κοπέλα γεμίζοντας τή στάμνα, τό παλικάρι ποτίζοντας τό ἄλογο ἤ τά πρόβατα. Εἶναι νά μή συγκινοῦν τέτοιες ἀναμνήσεις καί αὐθόρμητα νά μή θολώσουν τά μάτια σου;
Πίνουν τό στερνό νερό τους μέ τή χούφτα πού εἶναι καί πιό γλυκό, βρέχουν τό πρόσωπο, πλένουν καί τά δάκρυα. Γεμίζουν καί τή στάμνα γιά τό δρόμο καί τά παιδιά τους τουλάχιστον, οἱ ἴδιες βαστᾶνε καί πολύ μάλιστα. Καί πάντα προχωροῦν καί προχωροῦν.
Νά, ἐδῶ οἱ βοσκότοποι, ἐδῶ βοσκοῦσαν μέχρι χθές τά γελάδια καί τά πρόβατά τους. Καί αὐτοί οἱ τόποι ἔχουν τίς ἀναμνήσεις τους. Καί ἐδῶ γνωρίστηκαν ἡ κοπέλα μέ τόν τσέλιγκα, ἐδῶ γνώρισε ἡ κοπέλα τόν ἀγαπημένο τους, ἐνῶ βοσκοῦσε τά πολλά γελάδια του. Κάθε βῆμα καί ἀνάμνηση, κάθε τμῆμα καί συγκίνηση. Ἀντίο καί σ' αὐτά, ἕνα μεγάλο ἀντίο πού δέν θά τά ξαναδοῦμε ποτέ πιά, (ὅπως καί ἔγινε).
Παραπέρα τά χωράφια. Νά τό χωράφι μέ τά καρπούζια πού βρίσκονται ἀκόμα. Νά καί τό μεγάλο δέντρο, ἡ μουριά. Στό σκάψιμο τό μεσημέρι, στόν σάν ὀμπρέλα ἴσκιο της, βρήκαμε καταφύγιο ἀπό τόν καυτερό ἥλιο, ἐκεῖ ἦταν καί οἱ κούνιες τῶν μωρῶν. Νά καί τό χωράφι πού τό σπέρνανε σιτάρι, μέ τή μεγάλη βελανιδιά στή μέση. Κάτω στόν πυκνό ἴσκιο της, ὅταν θερίζανε τό σιτάρι ἐκεῖ, ἀφήνανε τά μωρά τους μέ τίς κούνιες καί ἐκεῖ τρώγανε μέ μεγάλη ὄρεξη τή σκορδαλιά πού γινόταν καί ἀπό ψητό τοῦ φούρνου καλύτερη. Κάθε πιθαμή καί συγκίνηση, κανούργιο χωράφι, καινούργιες ἀναμνήσεις. Ὅλα μέ τή σειρά τους μένουν στή θέση τους, ἐνῶ αὐτοί προχωρᾶνε σιγά-σιγά μέ τή βοϊδάμαξα.
Κάθε χωράφι καί μιά ἀνάμνηση. Κάθε περιοχή καί ἕνας ἀναστεναγμός. Κάθε βῆμα καί δάκρυ. Κάθε πιθαμή καί μοιρολόϊ…
Τά σύνεφα στόν οὐρανό καί αὐτά σήμερα φεύγουν ἀπό ἀνατολή πρός τή δύση, λές καί αὐτά θέλουν νά ἔρθουν μαζί μας νά σμίξουμε τόν πόνο τους μέ τόν δικό μας πόνο. Εἶναι μαῦρα κατάμαυρα, ἕτοιμα νά κλάψουν, μά βαστοῦν, δέν θέλουν νά κάνουν κακό στούς χιλιάδες ξερριζωμένους. Καί ὁ δρόμος τραβᾶ. Πότε- πότε σταματοῦν, νά ξεκουραστοῦν τά ζεμένα βόδια ἤ γελάδια γιά λίγο.
Καί ξανά ὁ δρόμος πρός τήν ἁμαξωτή γέφυρα τοῦ ποταμοῦ Ἕβρου, πού δέν εἶναι καί πολύ κάτω τῆς σιδηροδρομικῆς.
Σιγά-σιγά, ὅλα τά γνωστά χωράφια, τά γνωστά βοσκοτόπια, οἱ βρῦσες, τά μέρη ἔχουν μείνει πίσω καί τά δάκρυα κάπως ἔχουν στεγνώσει, μά μαρτυροῦν τή θλίψη, τήν ἀγωνία τοῦ ξερριζωμοῦ συθέμελα. Ἀμίλητοι προχωροῦν, μή μπορῶντας νά βροῦν κάτι γιά κουράγιο νά πεῖ ἕνας στόν ἄλλο. Καί κάνοντας πορεία πάνω ἀπό 10 ὧρες μέ τά φορτωμένα βοϊδάμαξα ἔχουν φθάσει κοντά στήν ἁμαξωτή γέφυρα τοῦ Πυθίου πού ἐκεῖ ἀνοίγει ἄλλη ἱστορία. Τό τί γίνεται μέ τήν ἀνθρωποπλημμύρα καί ἁμαξοπλημμύρα, δέν λέγεται. Ἀναρίθμητα ἁμάξια φορτωμένα περιμένουν, παιδιά κλαῖνε, διψοῦν ἤ πεινοῦν καί οἱ γυναῖκες κλαῖνε τή μοίρα τους. Οἱ ἄνδρες κάθονται πιό σοβαροί, θέλοντας νά δείξουν τόν ἀνδρισμό τους, δίνοντας κουράγιο στίς γυναῑκες καί στά παιδιά.
Ὁλονῶν τά μάτια εἶναι καρφωμένα στήν ἀπέναντι ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Ἕβρου. Τό πῶς θά περάσουν εἶναι πρόβλημα μεγάλο. Ἡ μοναδική ἁμαξωτή γέφυρα εἶναι στενή καί δέν χωρᾱνε τά βοϊδάμαξα νά πᾶνε καί νἄρθουνε. Αὐτοί πού πέρασαν πρῶτοι καί βολεύτηκαν κάπου, μέ ἄδεια κάρα ἐπιστρέφουν νά γλυτώσουν ὅτι μποροῦν ἀπό τά ἐγκαταλελειμμένα.
Γι' αὐτό κάθε τόσο δημιουργοῦνται φασαρίες ποιός νά πρωτοπεράσει. Φασαρίες, μέχρι καί ξυλοδαρμοί μεταξύ τῶν προσφύγων.
Οἱ πολύ ἥσυχοι, πού ἀποφεύγουν τίς φασαρίες, κάνουν τρεῖς καί τέσσερις μέρες νά περάσουν τή γέφυρα. Μέσα ἐκεῖ στήν ἀναμπουμπούλα ἔχουν χαθεῖ καί μεταξύ τους συγγενικές παρέες, ὅπως ἔχουν ξεκινήσει ἀπό τό χωριό. Γι' αὐτό, ὅποιος περνάει τή γέφυρα παίρνει ἕναν δρόμο καί ὅπου τόν βγάλει. Καί ἔτσι τό μεγάλο χωριό, τό Μεγάλο Ζαλούφι σκορπίστηκε στούς πέντε δρόμους πού λένε.
Ὁ πληθυσμός ἐγκαταστάθηκε στά διάφορα μέρη τῆς Δυτικῆς Θράκης καί Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Στή Δυτική Θράκη, στά χωριά: Δίκαια, Καβύλη, Σάκκος, Κλεισώ καί Νέο Χειμώνιο (ὅπου καί οἱ 1000 περίπου κάτοικοί τους εἶναι καθαροί Ζαλουφιῶτες). Γι' αὐτό καί τό χωριό αὐτό διεκδικεῖ τήν ἱστορία τοῦ παλαιοῦ χωριοῦ μας, Μεγάλου Ζαλουφίου. Τό χωριό αὐτό φρόντισε καί ἔφεραν ὅλες τίς εἰκόνες καί τήν καμπάνα τῆς ἐγκαταλελειμένης ἐκκλησίας. Δικαιολογημένα λοιπόν, τό χωριό αὐτό πῆρε τό ὄνομα τοῦ προστάτου τοῦ παλαιοῦ χωριοῦ. Ἡ ἐκκλησία καί τό χωριό μαζί, Νέο Χειμώνιο, πανηγυρίζουν στίς 29 Αὐγούστου τήν Ἀποτομή Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ἄλλα χωριά στά ὁποῖα ἐγκαταστάθηκαν Ζαλουφιῶτες εἶναι: Θούριο, Σοφικό, Ἀσημένιο, Ρήγιο, Πύθειο, Ἁπαλός. Στή Μακεδονία καί εἰδικά στόν Νομό Σερρῶν, στά χωριά Νεοχώρι, Παραλύμνειο, Νέα Πέτρα, Θολός, Κοίμησις καί πέντε χιλιόμετρα ἔξω τῆς Θεσσαλονίκης στό χωριό Καλοχώρι. Σέ πολλά χωριά τῆς Θράκης, τῆς Μακεδονίας καί σέ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδας, βρίσκονται ἀπομεμονωμένες ἀπό τρεῖς καί τέσσερεις οἰκογένειες.
Προθεσμία γιά μεταφορά ὑπάρχει ἀκόμη μερικές μέρες πού τελειώνει ἐπισήμως στίς 15 Ὀκτωβρίου. Μά οὐσιαστικά εἶχε τελειώσει, διότι οἱ Τοῦρκοι ἔχουν πιάσει σχεδόν ὅλα τά χωριά καί τούς δρόμους καί ὑπάρχει φόβος καί γιά δολοφονίες ὅσων τολμήσουν νά ξαναπᾶνε.
Ἡ ἱστορία μας δέν πρέπει νά παραλείψει τήν τολμηρή πράξη τῶν παλληκαριῶν Μπιμπισίδη Πέτρου, Στεργίου Χριστοφορίδη καί Δημητρίου Μενεξόπουλου. Μέ φόβο τῆς ζωῆς τους ζεύουν τή βοϊδάμαξα, περνοῦν τό ποτάμι εὐθεία καί κόβουν γιά τό Ζαλούφι. Στά σπίτια τους εἶχαν ἀκόμη δικά τους πράγματα, ἀλλά αὐτοί πᾶνε γιά νά πάρουν ὅ,τι μποροῦν ἀπό τήν ἐγκαταλελειμένη ἐκκλησία. Καί πράγματι φθάνουν στό ἐγκαταλελειμένο Ζαλούφι. Συναντοῦν Τούρκους, ἄλλοι δέν τούς μιλοῦν, ἄλλοι τούς ἀπειλοῦν, αὐτοί τήν δουλειά τους. Ξυλώνουν ὅλες τίς εἰκόνες, παίρνουν ὅλα τά βιβλία, ὅλα τά ἅγια. Παίρνουν ὅ,τι εὔκολο νά φορτωθεῖ στή βοϊδάμαξα. Περισσότερο πού τούς κουράζει εἶναι ἡ καμπάνα πού μετά δυσκολίας τήν κατεβάζουν, τή φορτώνουν καί φεύγουν χωρίς νά πάθει κανένας κακό καί φθάνουν στό χωριό. Μέχρι σήμερα ὅλα αὐτά καμπάνες, εἰκόνες, ἱερά ἄμφια, προσκηνητάρια κλπ βρίσκονται στήν ἐκκλησία τοῦ Νέου Χειμωνίου.