Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (12)


¨       Μαρτυρία Θεοδώρου Π. Κιακίδου ἀπό τό ἄρθρο του "Ἱστορία Σαμμακοβίου καί περιχώρων" Θρακικά, Τόμος 32,
Ἀθῆναι 1960

Τόν Σεπτέμβρη τοῦ 1922 βρέθηκα νά ὑπηρετῶ ὡς στρατολόγος στήν Ἀλεξανδρούπολι, παρ' ὅτι εἶχα προηγουμένως ἀπολυθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἐκεῖ ἔμαθα ὅτι ἡ Ἀνατολική Θράκη θά περιέλθῃ στά χέρια τῶν Τούρκων πάλι. Μεγάλη πικρία δοκιμάζουμε ὅλοι, μέ τήν σκέψη ὅτι θά ἐγκαταλείψουμε καί πάλι τήν πατρίδα μας. Ζητῶ ἄδεια ἀπό τόν Συνταγματάρχη Διοικητή μου νά πάω νά παραλάβω τήν οἰκογένειά μου. Δέν μοῦ ἔδωκε, λέγοντας μάλιστα χαρακτηριστικά: "Τί μέ μέλλει ἐμένα πού θά γίνετε πρόσφυγες". Κατορθώνω ἐν τέλει νά πάρω ἄδεια καί σπεύδω γιά τό Σαμμάκοβο. Παντοῦ καθ' ὅλη τήν διαδρομή μέσα στήν Ἀνατολική Θράκη μέχρι τοῦ Σαμμακοβίου βρίσκεται ὁ κόσμος ἀνάστατος. Πρέπει νά φύγῃ, δέν γίνεται ἀλλιῶς. Σέ λίγο θά γυρίσουν οἱ Τοῦρκοι. Οἱ προύχοντες ναυλώνουν βαγόνια γιά νά στείλουν τά πράγματά τους στήν Ἑλλάδα κι' ἑτοιμάζονται ὅλοι νά ἐγκαταλείψουν τό πατρικό ἔδαφος. Οἱ περισσότεροι εἶναι περίτρομοι καί σκέπτονται πῶς νά μεταφέρουν τήν περιουσία τους. Τά μαῦρα σύνεφα τοῦ ἐκτοπισμοῦ φαίνονται στόν ὁρίζοντα. Ἔτσι λοιπόν τίς 30 Σεπτεμβρίου 1922, ἡ Γενική Διοίκησις Θράκης, ἔστειλε τηλεγράφημα μέ τή διαταγή τῆς ἐκκένωσης.
… Ἕως ὅτου ἐξηγηθῆ στόν πληθυσμό ἡ διαταγή αὐτή καί ν' ἀρχίσῃ ἡ κανονική ἐφαρμογή της, τό ἀτμόπλοιο, πού θά παρελάμβανε τούς Σαμμακοβίτας ἀπό τήν Θυνιάδα, εἶχε φύγει, ἀφοῦ κανείς δέν ὑπῆρχε ἐκεῖ γιά νά τό παραλάβῃ. Στούς κατοίκους τῆς κωμοπόλεώς μας, ἡ ὁποία ἦτο ἕνα ἀπό τά πιό ἀκραῖα σημεῖα τῆς Θράκης, μόλις ἀνεκοινώθη ἡ διαταγή τοῦ ἐκτοπισμοῦ, ἦλθε καί ἡ εἴδησις, σχεδόν ταυτόχρονα, τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ πλοίου. Τί θά κάνουν τώρα; Θά πέσουν στά χέρια τῶν Τούρκων. Μέ τήν σκέψι αὐτή ἔγινε ἀφάνταστη ταραχή καί ἀπελπισία, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθῇ πανικός. Εἶναι πρωτομηνιά. Ὀκτώβρης 1922. Τ' ἁμάξια πού θά κουβαλήσουν τά πράγματα ἦλθαν, μά εἶναι τόσο λίγα. Τ' ἁρπάζουν οἱ ἐπιτήδιοι. Τ' ἁμάξια πάλι ἀπό τά τουρκοχώρια, δέν ἔρχονται. Γιά πιό λόγο ἐξ' ἄλλου; Μήπως θά πληρωθοῦν; Καί τοῦ χωριοῦ τ' ἁμάξια κι' αὐτά εἶναι πολύ λίγα καί δέν μποροῦν νά ἐξυπηρετήσουν τόσο κόσμο. Ὅλοι θέλουν νά φύγουν, μά ποῦ νά πᾶνε; Στή Θυνιάδα, πού δέν ὑπάρχει βαπόρι ἤ στίς Σαράντα Ἐκκλησιές μέ τά πόδια; Τότε πιά ὁ πανικός κορυφώνεται. Ἔβλεπες γυναῖκες, σύζυγοι, μάνες τῶν στρατιωτῶν, νά τρέχουν στούς δρόμους καί στά καταστήματα, ὅπου ἐστεγάζονται οἱ ἀρχές, νά χειρονομοῦν καί νά φωνάζουν. "Θέλουμε τούς ἄνδρες μας, θέλουμε τά παιδιά μας, θέλουμε μεταγωγικά νά φύγουμε, θέλουμε προστασία ". Μέ πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία βρῆκα κι' ἐγώ δύο βοδάμαξες, τίς ὁποῖες εἶχαν ἐπιτάξει ἀπ' τούς Τούρκους. Φόρτωσαν ὅσα πράγματα μποροῦσαν νά σηκώσουν τ' ἁμάξια καί ξεκίνησαν γιά τήν Νειάδα. Πρός τά ἐκεῖ κατευθύνοντο χιλιάδες κόσμος. Ἤλπιζαν πώς θά ξανάλθῃ πλοῖο. Τί θά γινόταν αὐτό ὅλο τό πλῆθος, μόλις θ' ἀποχωροῦσε ὁ Ἑλληνικός Στρατός; Πλοῖο μιά φορά, πρός τό παρόν, δέν ὑπῆρχε στή Νειάδα γιά νά μπορέσουν νά φύγουν καί νά σωθοῦν. Σ' αὐτή τήν κρίσιμη στιγμή δυό πράγματα σώσανε τήν κατάσταση. Τό πρῶτο ἦταν ὁ Χαϊδάρ βέης. Ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῶν βασάνων μας καί τῶν διωγμῶν, ὑπῆρχαν μερικοί Ὀθωμανοί ἀξιωματοῦχοι οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν νουνεχεῖς, φιλάνθρωποι, εὐσυνείδητοι, καί, ἀποστρεφόμενοι τό κακό τῆς αἱματοχυσίας, μέ φανατισμό, ἐργάσθηκαν γιά τό κοινό καλό. Ἕνας τέτοιος ὑπῆρξε τήν ἐποχή αὐτή κι' ὁ Χαϊδάρ βέης, Κιρκάσιος στήν κατάγωγή καί κάτοικος Θυνιάδος, διατελέσας μετά τόν διωγμό τοῦ 22, Νομάρχης ἁπάσης τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Αὐτός, ὅταν εἶδε ὅτι ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι στό μέτωπο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τά μαῦρα σύννεφα τῆς καταστροφῆς νά συσσωρεύονται στά κεφάλια τῶν Ἑλλήνων, ἀνεχώρησε ἀμέσως γιά τήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ σχημάτισε ἐθελοντικό κομιτᾶτο πρός κατάληψι τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Τό διωργάνωσε μ' ἔμπειρους ἀξιωματικούς καί μέ ὁδηγίες τοῦ Κεμάλ, τό μετέφερε κρυφίως καί μυστικῶς, μέσῳ Βουλγαρίας στήν πατρίδα μας. Ἐκεῖ, κατέλαβαν ἐπικαίρους θέσεις καί τούς δρόμους. Προηγουμένως ὅμως ὁ Χαϊδάρ βέης, τούς ὥρκισε ὅλους, ὅτι δέν ἐπρόκειτο νά προβοῦν σέ σφαγές κι' αἱματοχυσίες, ἔστω κι' ἄν ἀκόμη συνέβαινε συμπλοκή ἀποσπασμάτων. Τούς εἶχε πεῖ χαρακτηριστικά τά ἑξῆς: "Αὔριο μπορεῖ νά βρεθοῦμε κι' ἐμεῖς στήν ἴδια θέσι, θύματα τῆς βρωμοπολιτικῆς. Μή βασίζεσθε λοιπόν στήν τωρινή στροφή τῶν πραγμάτων". Ἔτσι λοιπόν συνέβη αὐτό τό παράξενο, ἀποσπάσματα ἑλληνικά ἦλθαν σ' ἐπαφή μέ τουρκικά, κι' ἄν δέν ἀγκαλιάσθηκαν φιλικά, ἐν τούτοις ἐχαιρετίσθηκαν, καί παρ' ὅλη τήν ἔξαψι τῶν παθῶν πού ὑπῆρχε εἰς ἀμφότερα τά μέρη, οὐδέν ἐπεισόδιο παρετηρήθη. Κι' αὐτό ὠφείλετο καθ' ὁλοκληρίαν σ' αὐτόν τόν φιλέλληνα Τοῦρκο. Ἐπίσης ἐφρόντισε ὅπως βοηθηθοῦν οἱ φεύγοντες γι' αὐτό παρώτρυνε τούς συμπατριώτας του, ὅπως προσφέρουν τ' ἁμάξια του. Ἐπίσης στή Νειάδα, ὅσες ἡμέρες περίμεναν οἱ Ἕλληνες τήν ἄφιξι τοῦ πλοίου, φιλοξενήθηκαν ἀπό τούς Τούρκους. Ὅση τάξι δέν μπόρεσαν νά κρατήσουν οἱ Ἕλληνες, κατώρθωσε τοῦτος ὁ φιλάνθρωπος καί δραστήριος ἄνθρωπος νά ἐπιβάλῃ παντοῦ. Τό δεύτερο σωτήριο γεγονός ἦταν ἡ φροντίς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νά στείλῃ ξανά πλοῖο στή Νειάδα καί ἐπειδή δέν χωροῦσε ὅλος ὁ πληθυσμός ἔστειλε καί δεύτερον. Καθ' ὅλην τήν διάρκεια τῆς καθόδου τοῦ πλήθους πρός τήν Νειάδα, ἔβρεχε ραγδαῖα καί ἀδιάκοπα, πρᾶγμα πού δυσκόλευε ἀφάνταστα τό ἔργο τῆς ἀναχωρήσεως. Οἱ Σαμμακοβῖτες ξανάφηναν τόν τόπο πού γεννήθηκαν, μά τό παράξενο εἶναι ὅτι αὐτή τή φορά, δέν νοιώθουν τόν ἴδιο πόνο, ὅπως τήν πρώτη φορά. Οἱ κατατρεγμοί, τά βάσανα τῆς τελευταίας ἑπταετίας τούς ἔκαμαν νά συνηθίσουν στόν πλάνητα βίο, τίς ταλαιπωρίες καί τά βάσανα. …
Ὅλοι τώρα ἀποχαιρετιοῦνται βιαστικά, στά πεταχτά σχεδόν, χωρίς κλάμματα. Ἡ θλίψις, βέβαια, ὑπάρχει στήν καρδιά (πῶς ὄχι;), ὅμως δέν ὑπάρχει ὁ σπαραγμός. Φεύγουμε οἰκειοθελῶς, δέν μᾶς διώχνουν, ἄν καί στήν πραγματικότητα, αὐτό συμβαίνει, φεύγουμε διωγμένοι ἀπό τά πράγματα, ἀπό τήν ἀνάγκη, τό χάος καί τό ἄγνωστο μέλλον. Αὐτή τή φορά, σ' αὐτόν τόν ἐκτοπισμό, συμβαίνουν παράξενα πράγματα, ἀποτέλεσμα τῆς ψυχολογίας πού ἐπικρατοῦσε τότε. Καθώς τελείωσα τίς δουλειές τοῦ φορτώματος καί μή ἔχοντας ἄλλο ἁμάξι νά βάλω τά ὑπόλοιπα πράγματα, ξεκινῶ γιά τήν Νειάδα. Οἱ δικοί μου προπορεύονται. Καθώς κατέβαινα στό "Κονάκι" στή πλατεία, βλέπω τούς συμπατριώτας μας Βασίλη Γκιουλέ καί Γιάννη Τενεκετζῆ, γνωστούς κρασοπατέρες, νά ἔχουν στηρίξει ἕνα βαρέλι, μέ μαῦρο κρασί, ἐπάνω σέ δυό μεγάλες πέτρες καί νά πίνουν. Ὁ πρῶτος εἶχε ἕνα κύπελο, τό γέμιζε κι' ἔπινε μέ κέφι κροταλίζοντας τά χείλη του ἀπό τή νοστιμιά. Ὁ ἄλλος πάλι, ἀδημονῶντας νά πιῇ καί μή περιμένοντας τό κύπελο, ἄνοιγε τήν κάνουλα, γέμιζε τίς χοῦφτες του κρασί, κι' ἔχωνε μέσα τήν μούρη του κι' ἀπολάμβανε τήν θεία γεῦσι του. Τούς βρῆκα στουπί στό μεθύσι. Τούς εἶπα νά φύγωμε, τό χωριό ἔφυγε, ὅμως ἐκεῖνοι δέν μοῦ ἔδωσαν καμιά σημασία. Ἀπομακρυνόμενος εἶδα τίς γυναῖκες τους νά πλησιάζουν, νά τούς ἐκλιπαροῦν νά πᾶνε νά φορτώσουν τά πράγματά τους σέ κανένα ἁμάξι καί νά φύγουν, ὅμως ἐκεῖνοι φώναζαν. "Ἀφῆστε μας νά χαροῦμε γιά τελευταία φορά τό χωριό μας, αὐτός εἶναι ὁ τελευταῖος ἀσπασμός μας!" Καί ταυτόχρονα ἔχυναν τό κρασί στό χῶμα, ὅπως κάνουν σπονδάς γιά τούς νεκρούς. Ἦταν ἡ τελευταία φορά πού τούς ἔβλεπα. Δέν τούς ξανασυνάντησα πουθενά. Ἀπομακρύνομαι βλέποντας τά σπίτια ὁλάνοικτα. Τό χωριό ὅπου γεννήθηκα, ἔζησα, ἐχάρηκα, ἐπόνεσα εἶναι ἔρημο. Ὄψις θλιβερά. Τό ἀποχαιρετῶ μέ πικρίαν καί διερωτῶμαι. "Ἄραγε θά τό ξαναδῶ;". Ὀκτώ μέρες μείναμε στήν Νειάδα, περιμένοντας νά φύγουμε. Ἄλλοι ἔμεναν στίς ἀποθῆκες κι' ἄλλοι φιλοξενοῦντο ἀπ' τούς Τούρκους, ὅπως εἶπα. Στίς 5 Ὀκτωβρίου ἦλθε ἕνα μικρό ἀτμόπλοιο καί παρέλαβε δυό ὁμάδες Σαμμακοβιτῶν κι' ἀνεχώρησε γιά τήν Λῆμνο. Οἱ ὑπόλοιποι περιμένουμε.
Ἐπιτέλους, στίς 11 Ὀκτωβρίου φθάνει τό μεταγωνικό ἀτμόπλοιο "Νέα Ἑλλάς" εἰς τό ὁποῖο ἀμέσως ἀρχίζει ἡ ἐπιβίβασις. Ὑπήρξαμε τυχεροί. Ἐπειδή δέν ὑπῆρχε σκάλα, μεταφέρομε τίς ἀποσκευές μας μέ τίς βάρκες συμβοηθούντων καί τῶν Τούρκων κατοίκων τῆς Νειάδας. Ἐπίσης ἐπιτάχθησαν κι' οἱ βάρκες γιά τή μετάφορά. Μεταξύ αὐτῶν τῶν βαρκῶν εἶναι καί δυό πού ἀνήκουν σέ λευκορώσσους, ἀντιμπολσεβίκους στρατιώτας τοῦ στρατηγοῦ Βράγγελ, πού κάνουν ἐδῶ στήν Νειάδα τόν βαρκάρη καί τόν ψαρᾶ γιά νά ζήσουν. Μαζί μέ τίς βάρκες ἐπιτάχθησαν κι' οἱ δυό ἰδιοκτῆτες. Ἀπ' τό πρωί πού ἦλθε τό καράβι, συνέχεια μετέφεραν πράγματα. Εἶναι κάθιδροι καί κουρασμένοι ἀπό τό συνεχές πηγαινέλα. Στήν τελευταία βαρκιά πού πῆρε περί τίς 10 οἰκογένειες μαζί μέ τήν δική μου, οἱ Ρῶσσοι δέν θέλουν νά κατευθυνθοῦν στό πλοῖο, ἀλλά τραβοῦν δεξιά στό πέλαγος νά φύγουν. Δέν ἀντέχουν πλέον ἀπό τήν κόπωσι κι' ἔκαμαν ἀνταρσία. Ἄλλη βάρκα κοντά δέν ὑπάρχει γιά νά τρέξωμε νά τούς προλάβωμε. Ἀναγκαζόμεθα τότε νά πυροβολήσωμε. Ἡ σφαῖρα ἔπεσε στή θάλασσα καί τά γυναικόπαιδα ἄρχισαν νά φωνάζουν. Οἱ Ρῶσσοι φοβήθηκαν κι' ἀναγκάστηκαν νά κατευθυνθοῦν πάλι στό πλοῖο. Μπῆκαν ἀκόμη κι' οἱ ὑπόλοιποι ἐπιβάτες καί τό καράβι ξεκίνησε. Τό "Νέα Ἑλλάς" ἄλλοτε μετέφερε κάρβουνα καί τώρα στριμωχθήκαμε ὅλοι οἱ ἐπιβαίνοντες σάν σαρδέλλες στ' ἀμπάρια του, πού εἶναι γεμᾶτο καρβουνόσκονη. Μέσα στήν ἀποθήκη πού βρισκόμαστε, εἶναι πάνω ἀπό 30 οἰκογένειες. Ἔχομε 2 τρελλούς πού διαρκῶς τραγουδοῦν, καμιά δεκαπενταριά μωρά πού κλαῖνε. Γίνεται σωστό πανδαιμόνιο. Ἐδῶ λιγοθυμᾶ μιά γυναῖκα ἀπό τήν τρικυμία, κι' ἐκεῖ, στή γωνιά, μιά ἄλλη γεννᾶ μπροστά στά μάτια ὅλων, ἐνῶ οἱ γυναῖκες προσπαθοῦν νά τήν βοηθήσουν. Πιό πέρα μερικοί χωροφύλακες προσπαθοῦν νά βουτήξουν κότες. Κοντά σ' αὐτά εἶναι κι' ἡ τρομερή τρικυμία, πού πετᾶ τό καράβι σάν καρυδότσουφλο, μιά στόν οὐρανό καί μιά στόν Ἅδη. Ὅλα μᾶς κάνουν νά ὑποφέρουμε, μέσα σ' αὐτή τήν μαύρη κινητή κόλασι, ὅμως τί νά κάμωμε; Τό μόνο πού μένει εἶναι ἡ προσευχή: "Θεέ μου φτάνει πιά τόσο βασάνισμα!". Ἐπιτέλους, ὕστερα ἀπό πέντε ἡμέρες ταξίδι φθάνουμε στήν Καβάλα, σ' ἑλληνική γῆ. Ἀπό ἐδῶ καί πέρα, κάθε Σαμμακοβίτης θά τραβήξει τό δρόμο τῆς προσφυγιᾶς μόνος. Ἐδῶ πλέον ἀποχαιρετιοῦνται ὁριστικά. Τό παλιό Σαμμάκοβο δέν ὑπάρχει πλέον, διέλυσε, καί τά παιδιά τραβοῦν τό δρόμο τῆς τύχης. Ἄραγε θά τραβήξουν κι' ἄλλα βάσανα; Αὐτό εἶναι κάτι πού τό γνωρίζει κάθε μιά οἰκογένεια χωριστά, αὐτή πού τά ὑπέφερε. Ἡ κοινότης διαλύεται καί τό ἄτομο θ' ἀντιμετωπίζῃ στό ἑξῆς μόνο του τίς ἀντιξοότητες, ἀπό δῶ καί πέρα, πού θά του παρουσιάζωνται. Συμπατριῶτες! Καλή τύχη, χρειάζεται σ' ὅλους μας ὁπωσδήποτε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου