Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (18)


¨       Μαρτυρία Ἰωάννη Ντογραμματζῆ– Σκουλαριώτη, στό ἄρθρο του: "Ἡ Φυγή μας ἀπό τό Σιμιτλί", "Θρακική Ἠχώ", ἔκδοση Θρακικῆς Ἑστίας Θεσσαλονίκης γιά τά 70 χρόνια τοῦ Ξεριζωμοῦ ἀπό τίς Ἀλησμόνητες Πατρίδες 1922–1992, Θεσσαλονίκη 1992, Σελ. 72–74

Πέρασε τό καλοκαίρι τοῦ 1922 καί ἡ γεωργική συγκομιδή ἦταν πλούσια. Γεμίσανε τά ἀμπάρια ἀγαθά καί τό σπίτι ζυμαρικά, ρετσέλια, κρασιά, οὖζο, πετιμέζι, σταφίδες, μουσταλευριές.
Ἤμουν 10 χρονῶν παιδί, ὅμως πρόσεξα πώς τόν κόσμο τόν κατεῖχε ἀνησυχία καί κατήφεια, καί ἄκουγα νά λένε οἱ μεγάλοι: "Δέν πᾶμε καλά", καί ρώτησα: "γιατί ἅμνια λένε οἱ μπαρμπᾶδες στό τσαρσί ὅτι δέν πᾶμε καλά;" καί μοῦ τό ἐξήγησε.
"Ἀχ Γιάννη μ'τά πράγματα δέν πᾶνε καλά στόν πόλεμο θά μᾶς διώξουν, καί τοῦτο τό μερεκέτ πού θᾶν τ'ἀφήκουμ', καί πού θά πάμι πάλι;".
Πόσο δίκιο εἶχε, τό μπερεκέτ ἦταν πολύ, τά ἀμπάρια καί τέσσερα δωμάτια ἦταν γεμᾶτα, σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, σίκαλη καί βρώμη, ὅλα αὐτά μείναμε ἄθικτα τήν ἡμέρα τῆς φυγῆς.
Εἶχε σταματήσει ὁ χαιρετισμός τῆς καλημέρας καί ἐγένετο κλαυθμός στίς γειτονιές.
"Τί θ' ἀπογείνωμε μαρή, πού θᾶν τ' ἀφήκουμ' αὐτά καί πού θά μᾶς πᾶνε;"
Ἀπόγνωση καί κατήφεια, στούς ἄνδρες, σταματήσανε οἱ δουλειές καί ὅλοι συνωστίζονταν στά καφενεῖα γιά νά μάθουν νεώτερα.
Καί ἦρθε ὁ μοιραῖος Ὀκτώβριος, καί ἡ φοβερή διαταγή νά φύγουμε ἀπό τά σπίτια μας, ἀπό τόν τόπο μας, ἀπό τήν Πατρίδα μας, καί τό σήμερα ἦταν χειρότερο ἀπό τό χτές.
Θυμᾶμαι, ἦταν ἀπόγευμα ὅταν πήρανε τήν ὁριστική διαταγή τῆς φυγῆς˙ ἐμεῖς τά παιδιά παίζαμε καί οἱ γυναῖκες ἦταν συμμαζεμένες στήν αὐλή. Τήν στιγμή αὐτή φάνηκαν νά μᾶς πλησιάζουν οἱ ἄντρες τῆς γειτονιᾶς κατηφεῖς ἀκόμα καί δακρυσμένοι πού ἐρχόντουσαν ἀπό τήν Κοινότητα. Οἱ γυναῖκες τώρα μέ τή σειρά τους καί τρομαγμένες, ρωτοῦσαν τούς ἄνδρες τους, "μαρή τί γίνκι;", "μαρή τί κακό μᾶς πάντυχει, μαρή τί λόγο θ' ἀκούσουμ', καί ἄλλη μαρή μᾶς διώχνουν;...".
Καί ἦρθε ἡ φοβερή ἀπάντηση.
"Γίνκι διωγμός, θά φύβγουμε ταχιά", καί ἰδού ὁ μέγας κλαυθμός, οἱ ἄνθρωποι νέοι καί γέροι ἀγκαλιασμένοι κλαίγανε τή συμφορά τους.
Τόν κλαυθμό τόν σταμάτησε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας, πού χτυποῦσε ἐκείνη τή στιγμή καί καλοῦσε τούς ἄντρες στήν Κοινότητα˙ ναί, καλοῦσε τούς ἄντρες στήν κοινότητα ὄχι τούς Χριστιανούς στήν ἐκκλησία, ὅπως χαρμόσυνα σήμαινε Χριστούγεννα καί Πασχαλιές, καί τίς γιορτές τῆς Χριστιανοσύνης ἐπί 20 αἰῶνες. Τώρα ἡ καμπάνα χτυποῦσε γρήγορα καί ἄντρες καί γυναῖκες ξεκινήσανε γιά τό τσαρσί.
Τό ἴδιο βράδυ ἀκούσαμε πώς εἶχαν φύγει οἱ τζαντερμᾶδες καί τό αὐτό βράδυ θά ἔφευγε καί ὁ στρατός. Καί καλέσανε τούς ἄντρες καί κάμανε πολιτοφυλακή. Τό αὐτό βράδυ μαζέψανε τά ζῶα, καί τό πρωί ἔφυγε ἡ ἀγέλη διά ξηρᾶς γιά τήν Θεσσαλονίκη.
Θυμᾶμαι ἀκόμα ὅτι τό Σιμιτλί καί τό Σκουλάρι θά μπαρκάρουνε ἀπό τό Κούμπαο˙ τότε οἱ Σιμιτλιῶτες ἀνοίξανε τά ἀμπάρια καί μοιράζανε στούς φτωχούς ὅ,τι μποροῦσε νά φαγωθεῖ, κοτόπουλα, κρασιά, πετιμέζια, οὖζα, ριτσέλια, τυριά, στά ἀμπάρια μείνανε ἄθικτα ὅλα τά σιτάρια.
Τώρα ζῶα μεταφορᾶς δέν ὑπῆρχαν καί οἱ ἄνθρωποι κουβαλοῦσαν στό Κούμπαο τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ὅ,τι φαγώσιμο καί ρουχισμό μποροῦσαν στή ράχη.
Τό Σιμιτλί εἶχε ἀδειάσει, καί τήν τελευταία μέρα ὅσοι μείνανε στό χωριό, πρωί– πρωί πήραμε τό δρόμο τῆς συμφορᾶς, τό δρόμο χωρίς γυρισμό.
Τό πρῶτο μέλημα τῆς Πολιτοφυλακῆς ἦταν νά χτυπήσουν τήν καμπάνα, στήν ἀρχή γρήγορα καί κατόπιν πένθιμα ἕως τή στιγμή πού φύγαμε, ἦταν ἕνα προληπτικό μέτρο γιά τούς Τούρκους νά νομίζουνε ὅτι τό χωριό ἀκόμα κατοικεῖται.
Ἦταν ἡ τελευταία καμπάνα πού ἀκούστηκε ὁ πένθιμος ἦχος λές καί ἀποχαιρετοῦσε ἐμᾶς πού φεύγαμε.
Οἱ γείτονες πῆγαν καί ἀποχαιρετοῦσαν ἕνα ζευγάρι γερόντων πού δέν ἀκολουθήσαν τήν προσφυγιά.
Πῶς πάρθηκε μιά τέτοια φοβερή ἀπόφαση δέν εἶναι γνωστό καί εἶναι βέβαιον ὅτι δέν εἶχαν καλό τέλος. Καί ἄν δέν τούς σκοτώσανε οἱ Τοῦρκοι, τούς ξεγυμνώσανε καί τούς ἀφήσανε νά πεθάνουν ἀπό τή γύμνια καί τήν πείνα καί γίνανε βορά τῶν σκυλιῶν καί τῶν ὀρνέων.
Ἔξω ἀπό τό Σιμιτλί καί σέ ἀπόσταση χιλιομέτρου περίπου ὑπάρχει τό ἁγίασμα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, εἶναι στό δρόμο πού πηγαίναμε πρός τό Σκουλάρι καί ἔγινε τό πρῶτο δρᾶμα. Δίπλα μου πέφτει μιά γυναῖκα, καί στή στιγμή ἀκούγεται ἡ σπαρακτική φωνή τῆς κόρης της.
       Ἄχ, μάνα, τί ἔπαθες; ἄχ μάνα, τί μᾶς ἔκαμες, ἄν νταμλαντίσκι ἡ μάναμ' καί ἐδῶ γιατροί δέ βρίσκονται καί ἅγιοι δέ βοηθᾶνε.
Πρός στιγμή σταματήσαμε˙ συμφορά στήν οἰκογένεια, ὁ σπαραγμός πολύς, ὅλοι κλαῖνε καί κανείς δέν μπορεῖ νά βοηθήσει, καί οἱ πολιτοφύλακες φωνάζανε: Ἄντε πουρπατᾶτε, πουρπατᾶτε καί ξεκινήσαμε.
Ἐμεῖς προχωρήσαμε, ὅμως πίσω μας ἀφήσαμε ἕνα φοβερό καί ἄλυτο πρόβλημα σέ κείνη τήν οἰκογένεια˙ νά πάρουν τήν ἄρρωστη δέν μποροῦσαν, νά τήν ἀφήσουμε, πῶς νά τήν ἀφήσουμε ζωντανή ἤ νεκρή, ὅμως εἶτε ἔτσι εἶτε ἀλλιῶς, τήν ἀφήσανε καί σκεφτεῖτε ὅτι οὔτε φτιάρι δέν ὑπῆρχε νά τή θάψουνε. Ὑστερότερα μάθαμε ὅτι τήν ἀφήσανε ζωντανή σέ κωματώδη κατάσταση, ἔγινε σκέψη νά τῆς δώσουν τήν ἀπολύτρωση, ὅμως κανείς δέν πῆρε τήν φοβερή εὐθύνη. Ἔτσι, ἔμεινε ἡ ἄρρωστη σέ κωματώδη κατάσταση στήν τραγική της τύχη καί ἔγινε βορά τῶν ἀγριμιῶν καί τῶν ὀρνέων, καί δέν ἦταν ἡ μόνη περίπτωση, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια.
Τώρα προχωροῦμε στό δρόμο τῆς συμφορᾶς καί φτάσαμε στό σημεῖο πού θά παίρναμε τήν κατηφοριά γιά τό κακόρεμα. Ἐκεῖ εἶχε πέσει ἕνας ἄντρας, καί τήν ἐρώτηση ἀπαντοῦσαν, "τόν βρῆκαν νταμλᾶς". Ναί πάντοτε ὁ νταμλᾶς καί ἡ οἰκογένειά του ζητοῦσαν λίγο νεράκι ἀπό τούς περαστικούς. Ἄν ζητοῦσαν χρυσό, ὑπῆρχε πολύ, νεράκι ὅμως,.... Ὁλονῶν τά χείλη τσάζανε γιά νερό, καί δροσιστήκαμε μόνο, ὅταν φτάσαμε στό κακόρεμα, πού ὑπῆρχε βρύση μέ ἄφθονο νερό.
Ξεκινῶντας γιά τό Σκουλάρι ἀνεβαίνοντας μιά ἀνηφοριά πλέον τοῦ χιλιομέτρου καί στό ὕψος πού φτάσαμε, βρίσκομε τό τρίτο δρᾶμα. Εἶχε πέσει γυναίκα ἀπό παράλυση καί εἶχε τίς αἰσθήσεις της καί ἐδῶ τό κλάμα πολύ˙ ὅμως εἶχε παρθεῖ ἡ ἀπόφαση, θά πηγαίναμε τή γυναίκα στό πρῶτο τοῦ Σκουλαριοῦ, στή συνέχεια θά πηγαίναμε τά μπαγάζια τους στό Κούμπαο, καί θά γυρίζανε νά πάρουν τήν ἄρρωστη. Ἦταν ὁ τρόπος τοῦ λέγειν, διότι ἐμεῖς εἴμαστε τό τελευταῖο καραβάνι καί οἱ Τοῦρκοι πού μᾶς παρακολουθούσανε ἀφανεῖς, θά γεμίζανε τό χωριό μας Τουρκιά γιά πλάτσικο τήν ἴδια μέρα.
Καί προχωρῶντας ἀπό τό Σκουλάρι φτάσαμε στό μῦλο, καί ἐκεῖ ἦταν ἀφημένος ἕνας ἄντρας πρησμένος μέ τά μπαγάζια τοῦ δίπλα του, ἴσως θά ἐρχόντουσαν οἱ δικοί του νά τόν πάρουν ἤ νά τόν θάψουνε.
Καί τό τελευταῖο δρᾶμα τό συναντήσαμε, ὅταν ἀφήσαμε τό δρόμο τοῦ Πάνιδου καί πᾶμε γιά τό Κούμπαο, ἐκεῖ τό δρᾶμα ἦταν στό τέλος του. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι σκεπάσανε ἕναν ἄντρα μέ χόρτα καί πέτρες. Καί φτάσαμε στό Κούμπαο.
Γιά μᾶς ἡ δραματική διαδρομή εἶχει τελειώσει, καί τά ἄτομα πού πέσανε στό δρόμο χωρίς γυρισμό˙ γιά τά τραγικά αὐτά ἄτομα ὁ δρόμος δέν πήγαινε οὔτε πίσω οὔτε μπρός. Μείνανε στόν τόπο πού πέσανε, τήν τελευταία ἐκείνη ἡμέρα, ἴσως νά ἦταν ἡ δραματικότερη μέρα διότι δέν μποροῦσε νά τά βοηθήσει κανείς ...".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου