Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (7)


¨       Μαρτυρία τοῦ Ἀθανασίου Κιζλάρη ἀπό τό ἄρθρο του:
"Ἀναμνήσεις ἀπό τό διωγμό μας τόν Ὀκτώβριο 1922", "Θρακική Ἠχώ", Θρακική Ἑστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1922

Τό χωριό μας, τό Σιμιτλί, τῆς ἐπαρχίας Ραιδεστοῦ Ἀνατολικῆς Θράκης, εἶναι χτισμένο στούς ἀνατολικούς πρόποδες τοῦ Ἱεροῦ Ὄρους, πάνω σέ μία πλαγιά μέ ἀνηφοριά στά δυτικά καί κατηφοριά στά ἀνατολικά. Ἔτσι προσανατολισμένο τό φωτίζει ὁ ἥλιος ἀπό τό πρωί. Τό σπίτι μας βρισκόταν ψηλά στή δυτική ἄκρη τοῦ χωριοῦ ἦταν διώροφο μέ πρόσοψη στήν ἀνατολή, ὅπου εἶχε μεγάλη αὐλή κλεισμένη μέ ψηλό μαντρότοιχο, μέ μεγάλες πόρτες στήν ἀνατολική πλευρά.
Εἶχε ὑποστεῖ ζημιές ἀπό τό μεγάλο σεισμό τοῦ 1912 καί γι' αὐτό ὁ ἐπάνω ὄροφος ἔμενε ἀκατοίκητος. Ἀντί γι' αὐτόν οἱ δικοί μας ἔχτισαν στή νότια πλευρά τῆς αὐλῆς ἕνα μονόροφο μέ δύο δωμάτια, μέ κουζίνα καί λοιπά χρειαζούμενα, καί τό 1920 στόν ἐπαναπατρισμό μας[1], ἡ μάνα μας προτίμησε νά μείνουμε ἐκεῖ, ἐνῶ στόν πρῶτο ὄροφο ἐγκαταστάθηκε ἡ οἰκογένεια μιᾶς ξαδέρφης της.
Ἡ μάνα μας –χήρα μέ τέσσερα παιδιά–, εἶχε ἀνάγκη ἀπό μιά συντροφιά καί γι' αὐτό παραχώρησε τό σπίτι στήν ξαδέφη της, τή θεία Καλλίστη, ὅπως τήν ξέραμε. Ἦταν μιά πολύ καλόκαρδη κι εὔθυμη γυναίκα καί ἤξερε πολλά, πολλά παραμύθια. Τά διηγόταν πολύ ὄμορφα καί μεῖς τά βράδια τοῦ χειμώνα καθόμασταν ὁλόγυρά της καί τήν ἀκούγαμε.
Ἔτσι περνοῦσε ὁ καιρός, ὥσπου ἔφτασε τό μαῦρο Φθινόπωρο τοῦ 1922, πού σήμανε τήν ὥρα τοῦ διωγμοῦ μας πάλι ἀπό τήν πατρίδα μας.
Τό πρῶτο δεκαπενθήμερο τοῦ Ὀκτώβρη ἔπρεπε νά ἀδειάσει τό χωριό.
Ὅσοι εἶχαν ἁμάξια, τά φόρτωναν καί μετέφεραν τό βιός τους στό Κούμπαο[2] ἤ καί στή Ραιδεστό, ὅπου καί πουλοῦσαν ὅσο– ὅσο ὅ,τι εἶχαν γιά πούλημα. Ἄλλοι, πού εἶχαν παλικάρια ἐπιστρατευμένα στόν ἑλληνικό στρατό καί τά εἶχαν ἀπολύσει γιά νά βοηθήσουν σέ κεῖνον τό χαλασμό, πήγαιναν στά γύρω χωριά τά τούρκικα κι ἔκαμναν ἐπίταξη τά ἁμάξια τῶν Τούρκων. Οἱ Τοῦρκοι, πού δέν ἤθελαν νά χάσουν τά βόδια καί τ' ἁμάξια τους, δέχονταν νά ἔρθουν μαζί στή μεταφορά τῶν σπιτικῶν ὡς τό Κούμπαο ἤ τή Ραιδεστό, ἀπ' ὅπου θά μπάρκαραν οἱ δικοί μας.
Ἐμεῖς, πού δέν εἴχαμε κανένα νά μᾶς βοηθήσει, περιμέναμε. Ἡ μάνα μας ἔτρεχε κάθε μέρα στά συγγενικά μας σπίτια καί παρακαλοῦσε τόν ἕνα καί τόν ἄλλον γιά ἕνα ἁμάξι. Μάταια ὅμως. Ὅλοι φρόντιζαν νά σηκώσουν καί νά μεταφέρουν τά δικά τους πράγματα.
Οἱ μέρες περνοῦσαν κι ἐμεῖς περιμέναμε. Τό χωριό ἄδειαζε, ὅλοι ἔφευγαν κι ἐμεῖς μέναμε. Εἶχαν περάσει κιόλας οἱ δεκαπέντε μέρες καί ἡ ἀγωνία μας μεγάλωνε. Τί θά κάναμε; Τί θά γινόμασταν;
Στίς 15 τοῦ Ὀκτώβρη βρέθηκε ἕνας τούρκικος ἀραμπᾶς κι ὅλοι χαρήκαμε πού ἐπί τέλους θά φεύγαμε κι ἐμεῖς.
Στό μεταξύ ἐγώ –ἤμουν τότε ἕξη χρονῶν– γύριζα στά ἄδεια σπίτια τοῦ χωριοῦ, πού εἶχαν ἐγκαταλειφθεῖ κι οἱ ὁλάνοιχτες πόρτες καί τά παράθυρα ἔχασκαν καί βροντοκοποῦσαν στό φύσημα τοῦ ἀέρα ἤ καί σφύριζαν σάν ἄγρια τελώνια, ἐνῶ μέσα στά κατώγια καί τά ἀμπάρια ἔμειναν γεμᾶτα ἀπό τή σοδειά τῆς χρονιᾶς καί ἀπό τά βαρέλια χύνονταν ὁ μοῦστος, πού δέν πρόλαβαν νά τόν χαροῦν οἱ νοικοκύρηδες γινομένο κρασί…
Ἐμένα μοῦ ἔφτανε νά πάρω ὅ,τι μικρό ἔβρισκα γιά παιχνίδι, ἕνα σκεπάρνι, ἕνα ψαλίδι, ἕνα σφυρί, ἕνα κουδούνι, ἕνα πλάστρι καί ἄλλα τέτοια μικροπράγματα. Θυμᾶμαι πώς ἕνα σφυρί κι ἕνα σκεπάρνι τά πῆρα καί τά 'κρυψα σκάβοντας ἕνα μικρό λάκκο ἔξω ἀπό μιά μικρή πορτούλα, πού εἶχε ἡ αὐλή μας στή δυτική πλευρά, μέ τήν ἐλπίδα πώς, ὅταν θά γυρίζαμε πίσω —πολύ σύντομα, ὅπως πίστευα—, θά τά ἔβρισκα νά παίζω…
Παιδικά ὄνειρα θά πεῖτε. Ναί παιδικά ὄνειρα, γιατί τό μυαλουδάκι ἑνός ἑξάχρονου παιδιοῦ δέν μποροῦσε νά χωρέσει πώς ἡ φυγή μας ἐκείνη θά ἦταν παντοτινή…
Ἄς εἶναι ὅμως. Ἡ μάνα μας καί ἡ θειά Καλλίστη μάζεψαν ὅ,τι μποροῦσαν σέ ντέγκια (δέματα) καί τά φόρτωσαν στό ἁμάξι. Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί θά φεύγαμε κι ἡ μέρα ἐκείνη πέρασε γρήγορα καθώς εἶχαν ἕνα σωρό δουλειές νά κάμουν…
Ἡ μάνα μας ἔπιασε κι ἔσφαξε δέκα κότες γιά τό ταξείδι μας. Ἕνα μικρό κοτόπουλο ὡστόσο, μιά ἄσπρη πουλαδίτσα μαμουκωτή καί καλτσονάτη δέν τήν ἄφησα ἐγώ νά τή σφάξει. Θά τήν πάρω ἐγώ, εἶπα καί θά τήν ἔχω, ὅπου θά πᾶμε. Ἔτσι μοῦ τήν ἄφησε.Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός μας, ὁ Γιάννης, δώδεκα χρονῶν, εἶχε πάει στό σχολεῖο ὡς τήν τετάρτη τάξη, πῆρε τά βιβλία τοῦ μακαρίτη τοῦ πατέρα μας καί προσπαθοῦσε νά ξεχωρίσει μερικά γιά νά τά πάρουμε μαζί μας. Τί μποροῦσε νά ξεχωρίσει μέσα ἀπό ἕνα μπαοῦλο γεμᾶτο; Καί πόσα μπορούσαμε νά πάρουμε μαζί μας; Ἐλάχιστα. Τά ἄλλα τά ἔκαμε ἕνα σωρό στήν αὐλή καί τά κάψαμε.
Εἶχε βραδιάσει κι ὁ ἥλιος, ἕνας ἥλιος λαμπρός, ἔγειρε στή δύση του. Ἐμεῖς τά παιδιά ἔξω ἀπό τήν αὐλή σταθήκαμε νά παρακολουθήσουμε τόν Τοῦρκο πού ἔκαμε τήν προσευχή του. Ὕστερα πήγαμε μέσα στό σπίτι, ἀφήνοντας τόν Τοῦρκο μέ τά βόδια ἔξω ἀπό τήν αὐλή.
Αὐτό ἦταν τό μεγάλο λάθος πού ἔκαμαν οἱ δικοί μας, πού δέν πῆραν τά βόδια μέσα νά τά σιγουρέψουν. Ἔτσι, καθώς μαζευτήκαμε ἐμεῖς μέσα γιά βραδινό φαγητό, ὁ Τοῦρκος πῆρε τά βόδια κι ἔφυγε…
Θά εἶχε περάσει ἀρκετή ὥρα, ὅταν τυχαία βγῆκε ὁ θεῖος μου ἔξω ἀπό τήν αὐλή. Τότε εἶδε νά λείπουν ὁ Τοῦρκος μέ τά βόδια. Φώναξε τή μάνα μας καί τή θειά μας καί οἱ τρεῖς μαζί μέ τσεκούρια στό χέρι ἔτρεχαν πρός τόν κάμπο νά βροῦν τόν Τοῦρκο. Ἄδικος καί χαμένος κόπος. Τό σκοτάδι πηχτό τά εἶχε σκεπάσει ὅλα. Ὁ Τοῦρκος μέ τά βόδια ἔγινε ἄφαντος. Τό ἁμάξι ἔμεινε φορτωμένο. Τί θά γίνει τώρα; Πῶς θά κινηθεῖ τό ἁμάξι; Πῶς θά φύγουμε ἐμεῖς;
Καινούργια ἀγωνία, καινούργια λαχτάρα. Τήν ἄλλη μέρα δέ φύγαμε. Ἔτρεχαν καί οἱ τρεῖς, ἡ μάνα μας, ὁ θειός μας, ἡ θειά ἀναζητώντας νά βροῦν ἄλλο ζευγάρι βόδια. Δέν ξέρω πόσο τό πλήρωσαν γιά νά τό βροῦν.
Εἴχαμε καθυστερήσει ἔτσι καί σχεδόν τελευταῖοι φύγαμε ἀπ' τό χωριό. Κάναμε τήν προσευχή μας καί παρακαλέσαμε τό Χριστό καί τήν Παναγιά νά μᾶς βοηθήσουν νά φτάσουμε στή Ραιδεστό γεροί. Γιατί ὁ δρόμος ἦταν μακρύς καί ἐπικίνδυνος. Ἕξη ὧρες ἀπόσταση, περνοῦσε μέσα ἀπό ἕνα στενό, μιά ρεματιά, τό Κακόρεμα, ὅπως τήν ἔλεγαν. Ἐκεῖ ἐνέδρευαν συνήθως ληστές καί κακοποιοί, πού ἔγδυναν καί λήστευαν τούς περαστικούς ἤ καί τούς σκότωναν, ἄν πρόβαλαν ἀντίσταση.
Περάσαμε μέ πολύ φόβο καί τρόμο ἐκεῖνο κι ἀνηφορίσαμε πρός τό Σχολάρι[3]. Τό χωριό εἶχε ἀδειάσει καθώς καί τά ἄλλα ἐνδιάμεσα χωριά, τό Κούμπαο καί τό Πάνιδο[4]. Φτάσαμε ἔτσι στή Ραιδεστό, ὅπου περιμέναμε στή σειρά, καθώς ἦταν πολλοί ἄλλοι νά μπαρκάρουν.
Τά καράβια φόρτωναν κι ἔφευγαν. Μείναμε ἔξω στό λιμάνι τῆς Ραιδεστοῦ ἄλλη μία μέρα. Ἐγώ πήγαινα στήν ἀποβάθρα καί παρακολουθούσα πού φόρτωναν. Οἱ γερανοί ἀνεβοκατέβαιναν ὁλοένα. Φόρτωναν στήν ἀποβάθρα καί ξεφόρτωναν στό ἁμπάρι τοῦ καραβιοῦ. Μερικές φορές τά δέματα στό φόρτωμα δέ δένονταν καλά κι, ὅταν ὁ γερανός τά σήκωνε ψηλά, γλιστροῦσαν, ξέφευγαν κι ἔπεφταν στή θάλασσα. Δυό τρεῖς βουτηχτάδες δέ σταματοῦσαν καθόλου. Βουτοῦσαν στή θάλασσα κι ἔβγαζαν τά δέματα γιά νά ξαναφορτωθοῦν πάλι καί πάει λέγοντας... Οἱ ἀδερφοί μου πῆγαν ἔξω ἀπό τή Ραιδεστό στούς μπαξέδες καί μᾶς ἔφεραν μῆλα, κυδώνια καί τσίντσιφα.
Τήν ἄλλη μέρα μπαρκάραμε κι ἐμεῖς. Ἐγώ κρατοῦσα στήν ἀγκαλιά μου τήν ἄσπρη πουλαδίτσα, πού τήν ἔφερνα ἀπό τό χωριό. Ἐκεῖ μέσα στό καράβι μέ εἶδε ὁ καπετάνιος καί μοῦ τή ζήτησε. Τοῦ τήν ἔδωσα μέ λύπη καί μέ χαρά γιά πληρωμή του, πού θά μᾶς μετέφερνε μέ τό καράβι του.
Σέ δύο μέρες φτάσαμε στή Θεσσαλονίκη. Σιγόβρεχε θυμᾶμαι, θαρρεῖς κι ὁ οὐρανός βαριά συννεφιασμένος ζοῦσε τό δρᾶμα τῆς προσφυγιᾶς καί σιγόκλαιγε μαζί μας, μαζί μέ ὅλους τούς ξερριζωμένους πρόσφυγες…




[1]    Ὁ πρῶτος διωγμός τῶν Θρακῶν ἔγινε τό 1914, ὅταν μεγάλος ἀριθμός Ἑλλήνων τῆς Θράκης ἐκτοπίστηκε στή Μικρά Ἀσία. Πολλοί κατέφυγαν στό Ἑλληνικό Βασίλειο. Μέ τήν συνθηκολόγηση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας τό 1918 καί τήν εἴσοδο τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων στήν Ἀνατολική Θράκη τό 1920 οἱ περισσότεροι ἐπιζῶντες ἐπέστρεψαν.
[2]    Παράλιο χωριό δυτικά τῆς Ραιδεστοῦ σέ ἀπόσταση 10 χιλιομέτρων. Κατά τήν ἑλληνική κατοχή εἶχε μετονομαστεῖ σέ Χρυσάμπελο.
[3]    Ὀρεινό κεφαλοχώρι στίς βόρειες πλαγιές τοῦ Ἱεροῦ Ὄρους. Κατοικήθηκε ἀπό φυγᾶδες ἀπό ὅλον τόν ἑλληνικό χῶρο μετά τήν τουρκική κατάκτηση καί παρέμεινε ἑλληνικό μέχρι τό 1922. Οἱ κτηνοτρόφοι κάτοικοί του διέθεταν μεγάλα κοπάδια προβάτων, τά ὁποῖα ἔβοσκαν σέ ὅλη τήν Ἀνατολική Θράκη.
[4]    Πάνιδο ἤ Πάνιο. Παράλιο χωριό ἑπτά χιλιόμετρα δυτικά τῆς Ραιδεστοῦ. Ἀναφέρεται ἀπό τήν ἀρχαιότητα καί ὑπῆρξε βυζαντινό ὀχυρό.

2 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. οποιος γνωριζει περισσοτερα για το σιμιτλι σημερινο σεμετλι ας επικοινωνισει μαζι μου στο laz1954@outlook.com.gr

    ΑπάντησηΔιαγραφή